ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χαμηλότερη ανάπτυξη διεθνώς «βλέπουν» ΟΟΣΑ και Παγκόσμια Τράπεζα

Χαμηλότερη ανάπτυξη διεθνώς «βλέπουν» ΟΟΣΑ και Παγκόσμια Τράπεζα

Επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης προβλέπει ο ΟΟΣΑ, με καίριες οικονομίες, όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και η Γερμανία, να χάνουν την κεκτημένη ταχύτητα, αλλά με την Ευρωζώνη και την Κίνα να οδεύουν προς σταθεροποίηση. Την ίδια στιγμή, έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας για τις οικονομίες Ανατολικής Ασίας και Ειρηνικού εμφανίζει την ευρύτερη περιοχή να διατηρεί υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Επισημαίνει, ωστόσο, τη ραγδαία επιβράδυνση της Κίνας και τις χαμηλές τιμές των εμπορευμάτων στους επιβαρυντικούς παράγοντες για την ευρύτερη περιοχή. Η ακτινογραφία των οικονομιών του ΟΟΣΑ, όπως προκύπτει βάσει των σύνθετων δεικτών που χρησιμοποιεί ο διεθνής οργανισμός, επιβεβαιώνει την επιβράδυνση στις ΗΠΑ, με τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί στις 98,9 μονάδες από τις 99,0. Επιβεβαιώνει, έτσι, την εικόνα που έχει αναδυθεί τελευταία, με τα στοιχεία να εμφανίζουν σε πτωτική πορεία τις παραγγελίες των αμερικανικών βιομηχανιών, τις καταναλωτικές δαπάνες και τις δαπάνες των επιχειρήσεων. Οι δείκτες του ΟΟΣΑ εμφανίζουν, άλλωστε, σε στασιμότητα τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, τη Γερμανία, με τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί στις 99,7 μονάδες από τις 99,8, επιβεβαιώνοντας και πάλι τα τελευταία στοιχεία που εμφανίζουν μειούμενες τις γερμανικές εξαγωγές στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Ευοίωνη είναι, όμως, η εικόνα για τη δεύτερη και την τρίτη οικονομία της Ευρωζώνης, τη Γαλλία και την Ιταλία, καθώς οι σχετικοί δείκτες του ΟΟΣΑ τις εμφανίζουν να ανασύρονται από την ύφεση και να τείνουν προς σταθεροποίηση.

Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη οικονομία στον κόσμο, την Κίνα, τείνει προς σταθεροποίηση, σύμφωνα πάντα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, με τον σχετικό δείκτη να παραμένει στις 98,4 μονάδες, αμετάβλητος στα επίπεδα του περασμένου μήνα. Ανάλογη είναι η εικόνα άλλων δύο αναπτυσσόμενων οικονομιών και εταίρων του Πεκίνου στην ομάδα των BRICS, Βραζιλίας και Ρωσίας, με τους σχετικούς δείκτες να σταθεροποιούνται στις 97,7 και 98,2 μονάδες, αντιστοίχως. Την ίδια στιγμή, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι η ανάπτυξη της Κίνας θα επιβραδυνθεί στο 6,7% το 2016 και στο 6,5% το επόμενο έτος από το 6,9% στο οποίο έφτασε πέρυσι. Χαρακτηρίζει, ωστόσο, τους χαμηλότερους αυτούς ρυθμούς πιο βιώσιμους, αν και επισημαίνει ότι η επιβράδυνση είναι ταχύτερη απ’ όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί. Συνιστά στην Κίνα να επιβάλει αυστηρότερες ρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα, να ανοίξει στον ανταγωνισμό τους τομείς της οικονομίας στους οποίους δεσπόζουν οι κρατικά ελεγχόμενες επιχειρήσεις, αλλά και να περιορίσει τις δαπάνες για υποδομές και να τις αυξήσει για δημόσιες υπηρεσίες, παιδεία, υγεία, κοινωνική πρόνοια και προστασία του περιβάλλοντος.

Αναδυόμενες οικονομίες

Αναφερόμενη στο πώς θα επηρεαστούν οι οικονομίες της Ανατολικής Ασίας και Ειρηνικού από τις εξωτερικές συνθήκες, η Παγκόσμια Τράπεζα προεξοφλεί ότι στις ΗΠΑ θα επιβληθεί σταδιακά πιο περιοριστική νομισματική πολιτική που σε συνδυασμό με τις χαμηλές τιμές των εμπορευμάτων θα ανακόψουν τις εισροές κεφαλαίων στα ταμεία τους. Προβλέπει πως η επιβράδυνση της ανάπτυξης στην περιοχή θα είναι ήπια, καθώς ο ρυθμός θα μειωθεί από το 6,5% του 2015 στο 6,3% φέτος και στο 6,2% το 2017. Προειδοποιεί, πάντως, τις σημαντικότερες αναδυόμενες αγορές της περιοχής πως σε συνδυασμό με τις μειωμένες εισροές κεφαλαίων η επιβράδυνση ενδέχεται να οδηγήσει σε μεγαλύτερη αστάθεια των αγορών τους.

Εκτιμά μάλιστα πως εξαιρουμένης της Κίνας η ανάπτυξη των χωρών της περιοχής θα επιταχυνθεί ελαφρώς φέτος στο 4,8% από το 4,7% στο οποίο έφτασε το περασμένο έτος. Υπογραμμίζει, πάντως, τις μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στις οικονομίες της περιοχής, που απορρέουν κυρίως από τις εμπορικές και χρηματοπιστωτικές σχέσεις τους με τις ανεπτυγμένες οικονομίες και την Κίνα, καθώς και τον βαθμό εξάρτησής τους από τις εξαγορές πρώτων υλών. Σημειωτέον ότι η Παγκόσμια Τράπεζα προεξοφλεί πως οι τιμές των εμπορευμάτων θα παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με το αργό ΗΠΑ να κυμαίνεται κατά μέσον όρο στα 37 δολάρια το βαρέλι φέτος, δηλαδή σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα από τον μέσο όρο των 51 δολαρίων του 2015.