ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μείωση χρέους κάτω από το 60% του ΑΕΠ ο στόχος της Γερμανίας

Μείωση χρέους κάτω από το 60% του ΑΕΠ ο στόχος της Γερμανίας

Oι ισχυροί και σταθεροί ρυθμοί ανάπτυξης σε συνδυασμό με την αύξηση της απασχόλησης σε επίπεδα ρεκόρ θα επιτρέψουν στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία στην Ευρωζώνη, να επιτύχει μείωση του χρέους κάτω από το 60% του ΑΕΠ από το τρέχον 71,6% πιο νωρίς απ’ ό,τι αναμενόταν. Είναι πολύ πιθανό το δημόσιο χρέος της Γερμανίας να υποχωρήσει στο 59,5% του ΑΕΠ, δηλαδή κάτω από το πλαφόν του 60% που προτάσσει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), νωρίτερα από το 2023 που ήταν ο περυσινός στόχος του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης.

Το υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας σχεδιάζει να επιτύχει τον στόχο αυτό όσο οι δημόσιες δαπάνες θα αυξάνονται κατά 5% σε ετήσια βάση. Είναι σαφές πως με την ολοκλήρωση του εγχειρήματος αυτού, η γερμανική οικονομία θα είναι η πρώτη που θα έχει πειθαρχήσει στον κανόνα του ΣΣΑ για το δημόσιο χρέος ύστερα από μια μακρά χρονική περίοδο που τα κράτη-μέλη δεν έχουν καταφέρει να τον υλοποιήσουν. Θα είναι, ίσως, η οικονομία που θα ικανοποιεί όλες τις δημοσιονομικές προδιαγραφές των Βρυξελλών, παρουσιάζοντας πλεόνασμα στον προϋπολογισμό τα τελευταία χρόνια. Συν τοις άλλοις, η ανεργία βρίσκεται στο 4,3% όταν ο ευρωπαϊκός Νότος ακόμη προσπαθεί να τη μειώσει από διψήφια ποσοστά.

Το Βερολίνο σχεδιάζει να επιτύχει τη μείωση του δημόσιου χρέους στο 59,5% με βάσει το νέο πρόγραμμα οικονομικής σταθερότητας που εγκρίθηκε από το υπουργικό συμβούλιο και πρόκειται να παρουσιαστεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού προβλέπεται να μην αυξηθεί ο νέος καθαρός δανεισμός έως το 2020 παρά την προαναφερόμενη αύξηση των δημοσίων δαπανών. Κατά τα φαινόμενα, το δημόσιο χρέος στην ισχυρότερη οικονομία της Ευρωζώνης θα έχει υποχωρήσει στο 68,5% έως τα τέλη του τρέχοντος έτους από το 71,2% το 2015.

Οι υποχρεώσεις του γερμανικού κράτους αυξήθηκαν αισθητά από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και τη συνακόλουθη ύφεση στην οικονομία στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. Σήμερα, το συνολικό χρέος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, των κρατιδίων, των κοινοτήτων και των κοινωνικών ταμείων ανέρχεται στα 2,2 τρισ. ευρώ.

Ομως, κάτω από την τρέχουσα συγκυρία, οπότε ο μεγαλύτερος προβληματισμός των κυβερνήσεων είναι ο συνδυασμός της υποτονικής ανάπτυξης και του χαμηλού πληθωρισμού, η οικονομική δραστηριότητα στη Γερμανία επεκτείνεται ταχύτερα από το χρέος της. Σε αυτό έχει συμβάλει, επίσης, το γεγονός ότι το κόστος δανεισμού της χώρας είναι ένα από τα χαμηλότερα καθώς τα γερμανικά ομόλογα θεωρούνται από τα επικρατέστερα επενδυτικά καταφύγια μαζί με τα χρεόγραφα του αμερικανικού και του ιαπωνικού κράτους.

Σύμφωνα με έρευνα του γερμανικού ινστιτούτου Λάιμπνιτς, που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Αύγουστο του 2015, το κράτος κατάφερε να εξοικονομήσει περί τα 100 δισ. ευρώ λόγω της μεγάλης υποχώρησης του κόστους δανεισμού για τη χώρα ύστερα από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης, το 2010. Αυτή η εξοικονόμηση στο κόστος εξυπηρέτησης του γερμανικού χρέους, που ξεπερνά το 3% του ΑΕΠ, υπερισχύει όλων των πιέσεων που δέχτηκε η χώρα από την κρίση χρέους στην Ευρωζώνη, κατέληξε στην έρευνα το ινστιτούτο Λάιμπνιτς. Ενα από τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κυβερνήσεις σε ό,τι αφορά τον έλεγχο του δημόσιου χρέους τους είναι οι ήπιες πιέσεις στην άνοδο των τιμών, διότι έτσι παραμένουν οι υποχρεώσεις τους σε υψηλά επίπεδα ενώ οι πρόσοδοι του κράτους είναι χαμηλότερες.

Στη Γερμανία, ο ρυθμός ανάπτυξης επιταχύνθηκε στις αρχές του έτους λόγω της αύξησης της δραστηριότητας στην εγχώρια οικονομία, παρά την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος στο εξωτερικό, όπως ανακοίνωσε προ ημερών το υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας. Επίσης, το ινστιτούτο Ifo ανακοίνωσε πως υπήρξε ενίσχυση του επιχειρηματικού και οικονομικού κλίματος τον Μάρτιο, με την όποια αβεβαιότητα να πηγάζει από εξωτερικούς παράγοντες όπως είναι η επιβράδυνση των αναδυόμενων οικονομιών. Στις 4,3 μονάδες κυμάνθηκε τον Μάρτιο ο δείκτης επενδυτικής εμπιστοσύνης από 1,0 μ. τον προηγούμενο μήνα, αντανακλώντας σημαντική βελτίωση.