ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ι. Βίσκο: «Το κράτος πρέπει να στηρίζει προσωρινά τράπεζες που καταρρέουν»

i-visko-to-kratos-prepei-na-stirizei-prosorina-trapezes-poy-katarreoyn-2134587

Ο επικεφαλής της Τράπεζας της Ιταλίας Ιγνάσιο Βίσκο υποστηρίζει πως πρέπει να διατηρήσουν οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. τη δυνατότητα να προσφέρουν «κάποια προσωρινή μορφή κρατικής ενίσχυσης» σε περιπτώσεις τραπεζών που βρίσκονται υπό εκκαθάριση. Η παρέμβασή του έρχεται σε μια στιγμή εντεινόμενoυ προβληματισμού σχετικά με το ποιες κατηγορίες πιστωτών των τραπεζών θα υφίστανται κούρεμα των ομολόγων τους όταν καταρρέει μια τράπεζα. Ο Ιταλός κεντρικός τραπεζίτης υπογραμμίζει ότι επικρατεί «ρυθμιστική αβεβαιότητα» για το ποιοι θα είναι οι τελικοί κανόνες που θα διέπουν την εκκαθάριση τραπεζών, δεδομένου ότι διαφέρουν σημαντικά οι προσεγγίσεις των χωρών της Ε.Ε.

Οπως επισημαίνουν οι Financial Times, το ζητούμενο των νέων κανόνων που προωθούνται σε επίπεδο Ε.Ε. για την εκκαθάριση των τραπεζών είναι να μη χορηγεί πλέον το κράτος τα χρήματα των φορολογουμένων σε τράπεζες που καταρρέουν, όπως επανειλημμένως έγινε ως συνέπεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ως εκ τούτου, οι νέοι κανόνες προβλέπουν το bail-in για τους πιστωτές των τραπεζών, δηλαδή το κούρεμα των ομολόγων τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις εκκαθάρισης ή διάσωσης τραπεζών, κατά την πρόσφατη κρίση, οι ομολογιούχοι δεν υπέστησαν ζημίες.

Η διαφωνία της Τράπεζας της Ιταλίας με τους νέους κανονισμούς, την οποία εξέφρασε ο Ιγνάσιο Βίσκο, αφορά το ποιοι θα είναι οι ομολογιούχοι που θα υποστούν ζημία. Στην Ιταλία πολλοί μικροεπενδυτές είναι κάτοχοι ανασφάλιστων ομολόγων τραπεζών, γι’ αυτό και το κούρεμα των ομολόγων τους στα τέλη του περασμένου έτους προκάλεσε αντιδράσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν κάποιοι συνταξιούχοι τις αποταμιεύσεις ετών.

Ο προβληματισμός του Ιταλού κεντρικού τραπεζίτη, όμως, αντανακλά τις εγγενείς δυσκολίες στις οποίες προσκρούει κάθε προσπάθεια να εφαρμοσθούν οι ίδιοι κανόνες σε όλες τις χώρες, όταν οι χώρες και τα χρηματοπιστωτικά τους ιδρύματα διαφέρουν σημαντικά. Σύμφωνα με την οδηγία για την εκκαθάριση τραπεζών (BRRD), οι ευρωπαϊκές τράπεζες οφείλουν να εκδίδουν συγκεκριμένο όγκο ομολόγων χαμηλής εξασφάλισης, τα οποία θα κουρεύονται σε περίπτωση προβλήματος. Εν ολίγοις, ενώ τα ομόλογα υψηλής εξασφάλισης είναι προστατευμένα, όπως και οι καταθέσεις, τα καινούργια ομόλογα πρέπει να ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία που θα υπόκειται σε ζημία. Το ποια θα είναι αυτά τα ομόλογα, όμως, καθορίζεται από τις εθνικές νομοθεσίες και το αποτέλεσμα είναι διαφορετικές προσεγγίσεις από διαφορετικές χώρες.

Η Ιταλία, εν προκειμένω, θέτει τους καταθέτες των τραπεζών σε κατηγορία υψηλότερης εξασφάλισης από τους ομολογιούχους. Η Γαλλία προωθεί νομοθεσία που προβλέπει μια κατηγορία χρέους των τραπεζών χαμηλότερης εξασφάλισης από τις καταθέσεις αλλά και από τα ομόλογα υψηλής εξασφάλισης. Την ίδια στιγμή στη Γερμανία τροποποιείται η νομοθεσία, έτσι ώστε να μεταφέρονται σε άλλη κατηγορία τα ομόλογα υψηλής εξασφάλισης, προκειμένου να μπορούν να υποστούν κούρεμα ευκολότερα. Στην εκτός Ευρωζώνης Βρετανία, οι τράπεζες εκδίδουν ομόλογα από τις εταιρείες holding, τα οποία θα είναι χαμηλότερης εξασφάλισης από τα άλλα ομόλογα τραπεζών. Στην Ολλανδία δεν είναι σαφές πώς θα λειτουργήσουν οι κανόνες. Σύμφωνα με στελέχη της Rabobank, η κεντρική τράπεζα μάλλον τείνει προς την προσέγγιση της Γαλλίας.

Αυτή ακριβώς είναι η αβεβαιότητα που προβληματίζει τους επενδυτές, καθώς δεν μπορούν να υπολογίσουν ποια διακινδύνευση θα αναλάβουν αγοράζοντας ομόλογα τραπεζών. Στελέχη τραπεζών επισημαίνουν πως η προσέγγιση της Γερμανίας, που ουσιαστικά αλλάζει τον βαθμό εξασφάλισης όλων των ομολόγων υψηλής εξασφάλισης στη χώρα, μπορεί να εγκυμονεί μεγαλύτερους κινδύνους για τους ομολογιούχους και τους μικροεπενδυτές, συγκριτικά με άλλες προσεγγίσεις που δημιουργούν μιαν εντελώς νέα κατηγορία τραπεζικού χρέους. Και η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω, δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόκειται να τροποποιήσει την οδηγία BRRD μέσα στο έτος, και πολλοί παράγοντες της αγοράς ευελπιστούν ότι θα παρουσιάσει κάποια εναρμονισμένη πανευρωπαϊκή προσέγγιση σχετικά με το θέμα.