ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πρόοδος εν μέσω πολιτικού ρίσκου

Πρόοδος εν μέσω πολιτικού ρίσκου

Η Ευρώπη έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από την κλιμάκωση της κρίσης του ευρώ το 2011 και το 2012. Η οικονομική ανάπτυξη πλησιάζει προς τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης του 1,6% στην Ευρωζώνη και του 2,1% στη Βρετανία. Η δε ανεργία στις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης υποχωρεί σημαντικά, αλλά η πρόοδος κάθε άλλο παρά ομαλή είναι.

Ορισμένες χώρες παρουσιάζουν σοβαρή υστέρηση, ενώ μία αναδίπλωση στη διαδικασία δημοσιονομικής προσαρμογής από ορισμένες πρωτοπόρες δυνάμεις των μεταρρυθμίσεων καταδεικνύει ότι υπάρχει ακόμα ορατός ο κίνδυνος κάποιες χώρες να κατασπαταλήσουν τα όποια οφέλη κέρδισαν με πολύ οδυνηρό τρόπο. Κάτι τέτοιο θα συμβεί εάν αντιστρέψουν την πορεία των κομβικών μεταρρυθμίσεών τους. Στην εξαμηνιαία έκθεση της Berenberg Bank και του Συμβουλίου της Λισσαβώνας, «Τhe Euro Plus Monitor», αποτιμώνται, βάσει των θεμελιωδών μεγεθών, η υγεία και η πρόσφατη δημοσιονομική πρόοδος 21 ευρωπαϊκών οικονομιών.

Μεταξύ των βασικών της πορισμάτων η έκθεση αναφέρει, πρώτον, ότι η Ευρωζώνη παραμένει σε σωστή πορεία. Οι περισσότερες χώρες συνεχίζουν την προσαρμογή τους στις προκλήσεις από την προηγηθείσα κρίση χρέους, καθώς και στις ανταγωνιστικές πιέσεις λόγω παγκοσμιοποίησης.

Αν και σε πρώτη φάση η οικονομική ανάκαμψη της Ευρωζώνης στηρίχθηκε κυρίως στις εξαγωγές, πλέον έχουν ανακτήσει δυνάμεις και οι καταναλωτικές δαπάνες, συμβάλλοντας σημαντικά στην αύξηση της ζήτησης. Δεύτερον, οι τέσσερις χώρες που ήταν και τα πρώτα θύματα της κρίσης –δηλαδή, η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Ισπανία– περιόρισαν σε μεγάλο βαθμό τις μεταρρυθμιστικές τους προσπάθειες το 2015. Μεταξύ των πέντε χωρών με τις καλύτερες επιδόσεις (των ανωτέρω τεσσάρων και της Κύπρου), μόνον η τελευταία δεν παρουσίασε σημαντική αναδίπλωση. Τρίτον, όπως αναφέρει η έκθεση της Berenberg Bank και του Συμβουλίου της Λισσαβώνας, στην περίπτωση της Ιταλίας ο πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι έκανε ό,τι όφειλε να κάνει. Ενώ αρχικά η Ιταλία υστερούσε σε επίπεδο μεταρρυθμίσεων, σήμερα επωφελείται από αυτές. Αξίζει να σημειωθεί πως μεταξύ των χωρών οι οποίες μελετήθηκαν, καμία άλλη μέσα στα τελευταία δυο χρόνια δεν έχει προχωρήσει σε τόσες μεταρρυθμίσεις όσο η Ιταλία.

Τέταρτον, ενδεχομένως να διαφαίνεται κάποια ελπίδα από το μέτωπο της Γαλλίας. Η χώρα, τελικά, έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει ορισμένα από τα μείζονα διαρθρωτικά της προβλήματα και, αν συνεχίσει με ακόμα σοβαρότερες εργασιακές μεταρρυθμίσεις, ίσως να μη συνιστά πλέον «τον μεγάλο ασθενή της Ευρώπης» σε ορίζοντα μερικών ετών. Το δε Βέλγιο παραμένει σχεδόν στις τελευταίες θέσεις των χωρών που διέρχονται διαδικασία δημοσιονομικής προσαρμογής. Ευτυχώς, όμως, έχει αρχίσει να σημειώνει κάποια σχετική ανοδική πορεία. Πέμπτον, όπως επισημαίνει στα πορίσματά της η έκθεση των Berenberg Bank και του Συμβουλίου της Λισσαβώνας, ο εφησυχασμός κρύβει κινδύνους. Η Γερμανία, η Ολλανδία και η Σουηδία εξακολουθούν να είναι οικονομικά υγιείς, αλλά δείχνουν και περισσότερο εφησυχασμένες από πριν. Συν τω χρόνω θα πρέπει να εφαρμόσουν πιο συγκροτημένες αναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις και πάλι, ειδάλλως θα χάσουν το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα. Εκτον, όσον αφορά την Ελλάδα, η χώρα αντιμετωπίζει τα χειρότερα οικονομικά προβλήματα στην Ευρωζώνη, ενώ προώθησε ταχείες μεταρρυθμίσεις από το 2010 και μετά. Η έκθεση επισημαίνει ότι θα έπρεπε να έχει δοθεί έμφαση στην τόνωση της προσφοράς και όχι στην περιστολή της ζήτησης, όπως και έγινε. Τέλος, για να επανέλθει η χώρα στην ανάπτυξη, είναι αναγκαία η στέρεη πολιτική δέσμευση παραμονής στο ευρώ και συνεργασίας με τους πιστωτές, καθώς και η απορρύθμιση, όπως συμφωνήθηκε τον Αύγουστο του 2015.

* Επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg Bank.