ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φθίνει ο ανταγωνισμός στις ΗΠΑ

fthinei-o-antagonismos-stis-ipa-2143174

Ανά πάσα ώρα και στιγμή αναμένεται η απόφαση του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ για τη μεγαλύτερη συγχώνευση στον κλάδο της ζυθοποιίας. Η δημιουργία ενός κολοσσού από τη συμφωνία της Anheuser-Busch InBev και της SABMiller, ύψους 100 δισ. δολαρίων, θα περιορίσει το κόστος της μπίρας κατά 3 δολ. για κάθε 10 δολ. Η προοπτική αυτή τρομοκρατεί κάθε ζυθοποιία στις ΗΠΑ που εξαρτάται από το δίκτυο διανομής της Anheuser-Busch, το μεγαλύτερο στη χώρα. Θα καταφέρουν να πουλήσουν τα δικά τους προϊόντα, ακόμη και να επιβιώσουν, εάν ο κολοσσός αυτός τους επισκιάσει με πωλήσεις Bud και Pilsner Urquell;

Ωστόσο, διακυβεύονται πολλά περισσότερα από το εάν θα καταφέρει κανείς να βρει την αγαπημένη του μάρκα μπίρας από το Βέλγιο. Αυτή η συγχώνευση είναι ένα ακόμη βήμα προς την εξασθένιση του ανταγωνισμού που παρατηρείται σε πολλές αμερικανικές βιομηχανίες. Ο περιορισμός του ανταγωνισμού επηρεάζει την επιχειρηματικότητα, την κινητικότητα των εργαζομένων και επιβραδύνει την αύξηση της παραγωγικότητας. Και αναχαίτιση των εξελίξεων αυτών είναι ένας νέος τρόπος για να θωρακιστεί η πολιορκούμενη εργατική τάξη. Η αναγέννηση του ανταγωνισμού μεταξύ πολλών παικτών σε κλάδους της οικονομίας μπορεί να περιορίσει τη διευρυνόμενη ανισότητα στις ΗΠΑ.

Τον Απρίλιο, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα έδωσε εντολή σε όλες τις εποπτικές αρχές των κλάδων της οικονομίας να δώσουν βάρος στην ενίσχυση του ανταγωνισμού. Η Χίλαρι Κλίντον, υποψήφια των Δημοκρατικών στις επικείμενες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, έχει αναβαθμίσει το ζήτημα του «ανταγωνισμού» σε ένα από τα κορυφαία της ατζέντας της, επιρρίπτοντας ευθύνες στους ομίλους ότι χρησιμοποιούν τη δύναμή τους «για να αυξήσουν τις τιμές, να περιορίσουν τις επιλογές των καταναλωτών, να μειώσουν τους μισθούς των εργαζομένων και να μην επιτρέψουν την ανάδειξη καινοτόμων και μικρών επιχειρήσεων».

Ο Τζέισον Φόρμαν, πρόεδρος στο συμβούλιο οικονομικών συμβούλων του προέδρου Ομπάμα, και ο Πίτερ Ορζανκ, πρώην επικεφαλής του γραφείου Διοίκησης και Προϋπολογισμού στον Λευκό Οίκο, στήριξαν μια ολόκληρη μελέτη πάνω στο θέμα του φθίνοντος ανταγωνισμού και την παρουσίασαν στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που επιβεβαιώνουν ισχυρές τάσεις συσπείρωσης των επιχειρήσεων σε λιγότερους παίκτες.

Οι κ. Φόρμαν και Ορζανκ κατέληξαν στο συμπέρασμα πως, από το 1997 μέχρι το 2007, το ποσοστό των 50 μεγαλύτερων εταιρειών στη χώρα αυξήθηκε κατά τα τρία τέταρτα στους κλάδους όπου δραστηριοποιούνταν. Το 1985, οι κορυφαίες 10 τράπεζες ήλεγχαν μόνον το 20% των περιουσιακών στοιχείων στον κλάδο. Μέχρι το 2010 είχαν αποσπάσει τον έλεγχο πάνω από το 50% των περιουσιακών στοιχείων.

Οι μεγαλύτερες φαρμακοβιομηχανίες έχουν ενισχυθεί περαιτέρω. Το ίδιο έχει συμβεί με τα νοσοκομεία. Από το 2010 μέχρι το 2014 πραγματοποιήθηκαν 457 συγχωνεύσεις στον κλάδο νοσηλείας. Ερευνες έχουν επιβεβαιώσει ότι υπάρχουν μεγάλες τάσεις συσπείρωσης και στον αγροτικό κλάδο, όπως και στις ασύρματες τηλεπικοινωνίες.

Πώς διορθώνεται αυτή η κατάσταση; Ο καθηγητής σε Αντιμονοπωλιακά Θέματα Τζον Κβόκα, στο Πανεπιστήμιο Νόρθιστερν, τονίζει πως ένας κλάδος όπου έχουν ήδη συσπειρωθεί οι βιομηχανίες δεν αφήνει περιθώρια για περαιτέρω συγχωνεύσεις διότι εξ ορισμού θα λειτουργούσαν κατά του ανταγωνισμού. Παράλληλα, όμως, τα θέματα του ανταγωνισμού θα πρέπει να διευρυνθούν για να καλύπτουν και άλλες πτυχές της οικονομίας. Ο Μάρτιν Γκάινορ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κάρνεγκι Μέλον και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου, έχει επισημάνει ότι «το τρέχον αντιμονοπωλιακό πλαίσιο δεν επαρκεί για να καταπολεμηθεί η ανισότητα.»

Οι παραδοσιακοί οικονομολόγοι μπορεί να μην αρέσκονται στη συγκεκριμένη ιδέα, αλλά η συζήτηση αυτή δεν περιορίζεται μόνον στο πώς η εξασθένιση του ανταγωνισμού πλήττει τα συμφέροντα των καταναλωτών.

Αφορά, επίσης, το πώς η συσπείρωση των δυνάμεων της αγοράς επηρεάζει την κατανομή των οφελών από την οικονομική ανάπτυξη. Δεν αφορά μόνον την τιμή της μπίρας.