ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ραντεβού τον Σεπτέμβριο δίνει ο Ντράγκι

rantevoy-ton-septemvrio-dinei-o-ntragki-2143578

Αμετάβλητα διατήρησε χθες τα επιτόκια δανεισμού η ΕΚΤ, ωστόσο άφησε ανοιχτό και το ενδεχόμενο να λάβει νέα μέτρα στήριξης της οικονομίας, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν έντονη αβεβαιότητα και πολλές απειλές για τις οικονομικές προοπτικές.

Στέλνοντας σήμα ότι είναι έτοιμος να αναλάβει δράση, ο Μάριο Ντράγκι, πρόεδρος της ΕΚΤ, υποστήριξε ότι η απόφαση της Βρετανίας να εγκαταλείψει την Ε.Ε. και η αναιμική ανάπτυξη των αναδυόμενων αγορών έχουν πλήξει τις οικονομικές προοπτικές της Ευρωζώνης. Με άλλα λόγια, έχει αυξηθεί η πιθανότητα η ανάπτυξη να αποδειχτεί χαμηλότερη από την προβλεπόμενη και συνεπώς να πρέπει να ληφθούν και άλλα μέτρα στήριξης. Ωστόσο ο κ. Ντράγκι επισήμανε ότι ο ρυθμός ανάπτυξης και πληθωρισμού κινείται σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΕΚΤ, οπότε θα χρειαστούν περισσότερα στοιχεία για την κατάσταση της οικονομίας, περιλαμβανομένων των νέων προβλέψεων που θα δημοσιεύσει η ΕΚΤ τον Σεπτέμβριο, προτού ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση. «Αν καταστεί αναγκαίο, το διοικητικό συμβούλιο (της ΕΚΤ) είναι έτοιμο να αναλάβει δράση, χρησιμοποιώντας όλα τα εργαλεία που του επιτρέπονται από την εντολή που του έχει δοθεί ώστε να πετύχει τον στόχο του», είπε χθες ο κ. Ντράγκι. «Οπότε θα τόνιζα ότι υπάρχει ετοιμότητα, προθυμία και ικανότητα, να το πράξουμε».

Τα προσεκτικά σχόλια του κ. Ντράγκι δίνουν στην ΕΚΤ χρονικό περιθώριο μέχρι τον Σεπτέμβριο προκειμένου να αξιολογήσει τις επιπτώσεις του Brexit χωρίς να δημιουργεί υπερβολικές προσδοκίες στις αγορές. Η αντίδραση των επενδυτών ήταν όντως ήρεμη, με την ισοτιμία του ευρώ έναντι του δολαρίου και την απόδοση των γερμανικών κρατικών ομολόγων να παραμένουν περίπου αμετάβλητες. «Συμπερασματικά, η χθεσινή συνεδρίαση της ΕΚΤ θα χαθεί γρήγορα από τη μνήμη. Περισσότερη δράση τον Σεπτέμβριο είναι πιθανή, αλλά όχι δεδομένη ακόμη», σχολίασε ο κ. Κάρστεν Μπρζέσκι, οικονομολόγος της ING.

Διατηρώντας αμετάβλητο το βασικό επιτόκιο δανεισμού στο 0% και το επιτόκιο δανεισμού για τις τράπεζες στο -0,4%, η ΕΚΤ επανέλαβε πως τα επιτόκια δανεισμού θα παραμείνουν σε χαμηλό επίπεδο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, η ΕΚΤ επισήμανε ότι οι μηνιαίες αγορές περιουσιακών στοιχείων ύψους 80 δισ. ευρώ (η λεγόμενη ποσοτική χαλάρωση) θα συνεχιστούν έως τον Μάρτιο του 2017 ή και ακόμη περισσότερο εάν καταστεί αναγκαίο, δηλαδή μέχρι να αρχίσει να ενισχύεται ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη, ο οποίος παραμένει λίγο επάνω ή λίγο κάτω από το 0% τα τελευταία δύο χρόνια. Μέχρι σήμερα η ΕΚΤ έχει αγοράσει περιουσιακά στοιχεία ύψους 1,74 τρισ. ευρώ στην προσπάθειά της να μειώσει το κόστος δανεισμού για τα κράτη-μέλη, να αυξήσει την κατανάλωση, την οικονομική ανάπτυξη και τελικά τον πληθωρισμό.

Αναφερόμενος χθες στο Brexit, ο κ. Ντράγκι εμφανίστηκε ήρεμος, λέγοντας ότι η ΕΚΤ εκτιμά πως «οι χρηματοπιστωτικές αγορές της Ευρωζώνης άντεξαν την αύξηση της αβεβαιότητας και της μεταβλητότητας με ενθαρρυντική αντοχή». Κατά τον κ. Ντράγκι, η ετοιμότητα των κεντρικών τραπεζιτών να ρίξουν ρευστότητα στις αγορές αν χρειαστεί και η υποστηρικτική νομισματική πολιτική σε συνδυασμό με το ισχυρό κανονιστικό περιβάλλον συνέβαλαν στο να διατηρηθεί η ηρεμία στις αγορές. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη σημαντική απειλή για την Ευρωζώνη και συγκεκριμένα η κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι ιταλικές τράπεζες, οι οποίες έχουν στους ισολογισμούς τους μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους περίπου 360 δισ. ευρώ. Παράλληλα, έχει ουσιαστικά καταρρεύσει η τιμή της μετοχής πολλών εξ αυτών, με την τιμή μετοχής της Banca Monte dei Paschi να έχει υποχωρήσει κατά περίπου 75% από την αρχή του έτους. Ο κ. Ντράγκι επανέλαβε χθες πως ένα ταμείο υποστηριζόμενο από το κράτος θα μπορούσε να αποτελέσει τμήμα της λύσης στο πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων γενικότερα στην Ευρωζώνη, αλλά ότι τελικά το θέμα θα πρέπει να διευθετηθεί μεταξύ της Ιταλίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η ιταλική κυβέρνηση προσπαθεί να ενισχύσει τις τράπεζές της, ιδιαίτερα τη Monte Paschi, ωστόσο θέλει να αποφύγει να «κουρέψει» τους πιστωτές των τραπεζών της φοβούμενη πως θα μπορούσε να πληγεί η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και της κυβέρνησης Ρέντσι.