ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τι έδειξαν τα stress tests τραπεζών

ti-edeixan-ta-stress-tests-trapezon-2144759

Τράπεζες από την Ιταλία, την Ιρλανδία, την Ισπανία και την Αυστρία εμφάνισαν τα χειρότερα αποτελέσματα στις ευρωπαϊκές τραπεζικές δοκιμασίες αντοχής, τα αποτελέσματα των οποίων ανακοινώθηκαν το βράδυ της Παρασκευής.

Η ιταλική Monte dei Paschi, η βρετανική Royal Bank of Scotland και η ιρλανδική Allied Irish Banks προκύπτουν ως οι μεγάλοι χαμένοι από τις εφετινές τραπεζικές δοκιμασίες αντοχής, οι οποίες σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές δεν ήταν τόσο αυστηρές όσο οι αμερικανικές. Η διοίκηση της Monte dei Paschi είχε ανακοινώσει μια ώρα προτού δημοσιευτούν τα αποτελέσματα ότι ενέκρινε σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης της με 5 δισ. ευρώ από ομάδα διεθνών τραπεζών υπό την προϋπόθεση ότι θα πουλήσει μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους 9,2 δισ. ευρώ.

Οκτώ χρόνια από την κατάρρευση της Lehman Brothers και την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση πολλές από τις ευρωπαϊκές τράπεζες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα με το μεγάλο ύψος μη εξυπηρετούμενων δανείων που έχουν στον ισολογισμό τους.

Η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή (EBA) δοκίμασε πως θα συμπεριφέρονταν οι 51 μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης σε υποθετικό σενάριο έντονης οικονομικής κρίσης, το οποίο μεταξύ άλλων περιελάμβανε ρυθμό ανάπτυξης μέχρι το 2018 7,1% χαμηλότερο από αυτόν του βασικού σεναρίου και υποχώρηση των εσόδων από τόκους κατά 20%. Οι ελληνικές και οι πορτογαλικές τράπεζες ελέγχονται ξεχωριστά και τα αποτελέσματα δεν θα δημοσιοποιηθούν, ενώ οι ελληνικές είχαν ελεγχθεί πλήρως από την ΕΚΤ πέρυσι στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης τους. Ο κ. Αντρέα Ενρια, πρόεδρος της ΕΒΑ, δήλωσε ότι αν και οι τράπεζες έχουν αυξήσει σημαντικά τα κεφάλαια τους τα τελευταία χρόνια, η άσκηση της Παρασκευής έδειξε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα. «Απομένει ακόμη δουλειά να γίνει», είπε ο κ. Ενρια.

Για τις 51 τράπεζες που πήραν μέρος στην άσκηση ο βασικός δείκτης ιδίων κεφαλαίων (CET1) στον οποίον λαμβάνονται υπόψη και κανονιστικές ρυθμίσεις που θα ισχύσουν τα επόμενα χρόνια διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 9,2%. Στην χειρότερη κατάσταση αποδείχτηκε ότι βρίσκεται η Monte dei Paschi, η τρίτη μεγαλύτερη τράπεζα της Ιταλίας, της οποίας ο δείκτης βασικών ιδίων κεφαλαίων (CET1) υποχώρησε στο -2,44% στο δυσμενές σενάριο, με άλλα λόγια η τράπεζα θα είχε χρεοκοπήσει.

Ωστόσο μια ώρα πριν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων η διοίκηση της Monte dei Paschi ανακοίνωνε ότι θα προχωρήσει σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 5 δισ. ευρώ και ότι θα πουλήσει μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους 9,2 δισ. ευρώ. Συνεπώς αν ευοδωθεί η προσπάθεια διάσωσης απομακρύνεται το σενάριο να χρειαστεί η Monte dei Paschi κρατική διάσωση κάτι που πιθανώς θα οδηγούσε σε «κούρεμα» των πιστωτών της και θα προκαλούσε μεγάλη πολιτική ζημιά στην κυβέρνηση Ρέντσι. Ασχημα ήταν τα αποτελέσματα και για την αυστριακή Raiffeisen (6,12%), την ισπανική Banco Popular (6,62%) και τις δύο ιρλανδικές τράπεζες Allied Irish Banks (4,31%) και Bank of Ireland (6,15%). Από τις λεγόμενες συστημικές τράπεζες, τα χειρότερα αποτελέσματα εμφάνισε η μεγαλύτερη τράπεζα της Ιταλίας, η UniCredit με βασικό δείκτη ιδίων κεφαλαίων 7,1% και η βρετανική Barclays με δείκτη 7,3%.

Αδύναμα αποτελέσματα εμφάνισαν και οι δύο μεγαλύτερες τράπεζες της Γερμανίας, οι Deutsche Bank (7,80%) και η Commerzbank (7,42%). Το αποτέλεσμα της Deutsche Bank ήταν καλύτερο από αυτό που φοβόντουσαν ορισμένοι αναλυτές, ωστόσο ο δείκτης ιδίων κεφαλαίων δείχνει ότι θα πρέπει να συνεχίσει να περικόπτει το κόστος λειτουργίας της και να περιορίσει το ύψος των ριψοκίνδυνων περιουσιακών στοιχείων που κατέχει.

«Με βάση αυτά τα αποτελέσματα οι ευρωπαϊκές τράπεζες διαθέτουν μεγαλύτερη ικανότητα να απορροφήσουν ζημιές σε σχέση με προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες σε σχέση με την κερδοφορία τους και το κατά πόσο έχουν όρεξη οι επενδυτές να επενδύσουν στις μετοχές τους», σχολίασε στο Reuters ο Στίβεν Χολ, αναλυτής της KPMG. Για τους επενδυτές σημαντικό είναι επίσης οι τράπεζες να εμφανίσουν βασικό δείκτη ιδίων κεφαλαίων πάνω από 7%, επίπεδο κάτω από το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις μειώνεται η αξία των ομολόγων που έχουν εκδώσει οι τράπεζες ώστε να αναπληρώνουν το κεφάλαιο τους.