ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γιατί δεν πρέπει οι ΗΠΑ να αποσυρθούν από τη σύναψη της Συμφωνίας του Ειρηνικού

Γιατί δεν πρέπει οι ΗΠΑ να αποσυρθούν από τη σύναψη της Συμφωνίας του Ειρηνικού

Ενδεχομένως να θεωρεί κανείς πως οι ΗΠΑ δεν έχουν κάτι να χάσουν εάν αποσυρθούν από τη σύναψη της Συμφωνίας του Ειρηνικού. Δεν είναι πολλοί στην Ουάσιγκτον που την υπερασπίζονται. Ακόμη και η Χίλαρι Κλίντον, υποψήφια των Δημοκρατικών στις επικείμενες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, αναφέρεται χλιαρά σε αυτήν, όταν κάποτε την περιέγραφε ως τον «χρυσό κανόνα» των εμπορικών συμφωνιών. Ανάλυση της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ καταλήγει στο εξής πόρισμα: το αμερικανικό ΑΕΠ θα έχει ενισχυθεί κατά 42,7 δισ. δολάρια και θα έχουν δημιουργηθεί 128.000 θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης μία 15ετία από την υλοποίηση της συμφωνίας.

Βέβαια αυτά τα νούμερα επισκιάζονται από μια οικονομία που παράγει 18 τρισ. δολάρια ανά έτος, με την προοπτική διπλασιασμού του ΑΕΠ της εντός 15ετίας. Οι μισθοί θα έχουν ενισχυθεί κατά μόνον 0,19%. Πράγματι, δεν υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα στην υπεράσπιση της Συμφωνίας του Ειρηνικού.

Σε ένα περιβάλλον που καθορίζεται από την εργατική τάξη των οργισμένων λευκών που ετοιμάζονται να ψηφίσουν τον Ντόναλντ Τραμπ, την ατζέντα του για την ανέγερση τοίχους στα αμερικανικά σύνορα με το Μεξικό και την απαγόρευση στην είσοδο των μουσουλμάνων σε συνδυασμό με την αγανάκτηση που έχει πυροδοτηθεί από το φθηνό παραγωγικό κόστος της Κίνας και άλλων οικονομιών στον κόσμο, ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του ελευθέρου εμπορίου αρχίζουν να αναρωτιούνται εάν η εκστρατεία παγκοσμιοποίησης του Λευκού Οίκου ήταν, σε τελική ανάλυση, παρατραβηγμένη.

«Ισως θα πρέπει να απομακρυνθούμε λίγο από τη ρητορική των ανοικτών συνόρων, της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων και του απελευθερωμένου εμπορίου» δήλωσε ο Εσβαρ Πρασάντ, καθηγητής εμπορικής πολιτικής στο Κορνέλ. «Πιθανώς να πρέπει να κρατήσουμε αποστάσεις. Ειδάλλως, μια ολοκληρωτική κατάργηση αυτής της ατζέντας θα οδηγήσει τη χώρα σε δυσμενέστερη θέση».

Εν τούτοις, τα κίνητρα πίσω από αυτές τις συμφωνίες δεν είναι αμιγώς οικονομικά ή εμπορικά. Η Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής (NAFTA) είχε ως στόχο την ανάπτυξη και την οικονομική σταθερότητα στο Μεξικό. Επιτρέποντας στην Κίνα να ενσωματωθεί στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) ήταν μέρος μιας προσπάθειας να προσεγγίσουν οι εκδημοκρατισμένες αγορές μία από τις πολυπληθέστερες χώρες του κόσμου.

Στην καλύτερη περίπτωση, καμία από τις παραπάνω στρατηγικές δεν απέδωσαν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Η NAFTA δεν απέτρεψε μια μεγάλη οικονομική κρίση στο Μεξικό λίγους μήνες μετά την εφαρμογή της. Δεν περιόρισε την παράνομη μετανάστευση. Η Κίνα, αντίθετα από τις ρομαντικές προβλέψεις της Ουάσιγκτον, δεν έχει ασπαστεί δημοκρατικά ιδεώδη. Και συνήθως έχει καταφέρει να παρακάμψει τους κανόνες εμπορίου και να χειραγωγήσει το νόμισμά της.

Από την άλλη πλευρά, το Μεξικό έχει επωφεληθεί από τη σύγκλιση της οικονομίας της με εφοδιαστικές αλυσίδες της NAFTA. Εκσυγχρονίστηκε η οικονομία της, παρέχοντας θέσεις εργασίας σε αρκετούς εργάτες που δεν θα είχαν επιλογές καθώς αποσύρονταν από έναν αντιπαραγωγικό αγροτικό τομέα. Με την κατάργηση της NAFTA, οι εισροές μεταναστών θα ήταν πολύ μεγαλύτερες. Αντιστοίχως, οι «σχέσεις των ΗΠΑ με μια Κίνα εκτός ΠΟΕ θα ήταν αρκετά τεταμένες», παρατηρεί ο Κένεθ Λιέμπερθαλ, ο οποίος υπηρετούσε στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας κατά την κυβέρνηση του Μπιλ Κλίντον.

Η πολιτική της επιθετικής παγκοσμιοποίησης των ΗΠΑ πρέπει να αναθεωρηθεί. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως η εγκατάλειψη της Συμφωνίας του Ειρηνικού είναι καλή ιδέα.