ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πιέσεις για μεταρρύθμιση στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα

pieseis-gia-metarrythmisi-sto-repoymplikaniko-komma-2146073

Εκμεταλλευόμενος την απήχησή του μεταξύ των λευκών της εργατικής τάξης προκειμένου να αναρριχηθεί στην κορυφή του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ενθαρρύνει μεταρρυθμιστές συντηρητικούς να πιέσουν το κόμμα των επιχειρηματιών και των προνομιούχων ώστε να μεταβάλει την οικονομική πολιτική του προς όφελος των εργατών.

Οι προτάσεις αυτών των μεταρρυθμιστών συντηρητικών για την οικονομική πολιτική όχι μόνον έρχονται σε ρήξη με τη ρεπουμπλικανική ορθοδοξία –για παράδειγμα, απορρίπτουν τη μείωση των φόρων που ευνοεί δυσανάλογα του πλούσιους–, αλλά και με θέσεις που έχει υποστηρίξει πρόσφατα ο κ. Τραμπ για το εμπόριο και τη μετανάστευση. Επειδή δε η προεκλογική εκστρατεία του κ. Τραμπ είναι προσωποκεντρική και δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις, οι μεταρρυθμιστές Ρεπουμπλικανοί θεωρούν ότι έχουν την ευκαιρία να προωθήσουν τις προτάσεις τους. Είτε επικρατήσει στις εκλογές ο κ. Τραμπ είτε ηττηθεί το κόμμα, αυτοί οι συντηρητικοί θα πιέσουν για νέα ατζέντα: να εκσυγχρονίσουν τις θεωρίες της εποχής Ρέιγκαν δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή σε ψηφοφόρους της εργατικής τάξης χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο, δηλαδή σε αυτούς που αποτελούν και τη βάση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Το να πείσουν το κόμμα δεν θα είναι εύκολο. Μέχρι σήμερα η νέα γενιά συντηρητικών δεν έχει καταφέρει να κερδίσει σημαντική υποστήριξη μεταξύ των βουλευτών. Αν και δεν συμφωνούν μεταξύ τους σε όλα, παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ορισμένες κοινές ιδέες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από το κόμμα ως οδικός χάρτης. Στη φορολογία, απορρίπτουν νέες φοροελαφρύνσεις για όσους έχουν εισόδημα πάνω από 250 χιλιάδες δολάρια και ζητούν μείωση της φορολογίας για εργάτες με μικρό και μεσαίο εισόδημα με στόχο οι χαμηλοί μισθοί να ανέβουν προς τον μέσο μισθό. Υποστηρίζουν το ελεύθερο εμπόριο, αλλά ζητούν να δοθεί βοήθεια προς τους εργάτες που χάνουν τη δουλειά τους. Απορρίπτουν την πλήρη ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης και αναγνωρίζουν ότι θα πρέπει να παραμείνει η καθολική ασφάλιση υγείας, αν και πιέζουν για αλλαγές προς την κατεύθυνση της αγοράς. Απορρίπτουν τις μαζικές απελάσεις και υποστηρίζουν πως θα είναι επωφελής η νομιμοποίηση μεταναστών που εργάζονται επί χρόνια στις ΗΠΑ. «Αυτό που συμβαίνει τώρα, και η θέση του Τραμπ στο κόμμα, καθιστά την αλλαγή πολιτικής ακόμη πιο σημαντική, πολύ πιο επείγουσα», λέει ο γερουσιαστής των Ρεπουμπλικανών Μάικ Λι.

«Ορισμένοι στο εσωτερικό του κόμματος», προσθέτει, «έχουν υπάρξει υπερβολικά πρόθυμοι να υποστηρίξουν ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είναι το κόμμα της Wall Street ή το κόμμα του 1% των πιο πλουσίων». Αν και οι περισσότεροι από αυτούς τους μεταρρυθμιστές Ρεπουμπλικανούς είναι αντίθετοι με την υποψηφιότητα Τραμπ, παρ’ όλα αυτά του αναγνωρίζουν ότι πλησίασε τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης και ότι τους ενέπλεξε στη συζήτηση για την οικονομία.

Η προσπάθεια για χάραξη νέας πολιτικής είχε ξεκινήσει την περασμένη δεκαετία εξαιτίας της ενόχλησης που είχαν αισθανθεί πολλοί στο κόμμα από τις μεγάλες δαπάνες και τους πολέμους της εποχής Μπους. Το κλίμα είχε συλλάβει ένα βιβλίο που είχαν γράψει το 2008 ο Reihan Salam, διευθυντής της συντηρητικής επιθεώρησης, και ο Ross Douthat, σήμερα αρθρογράφος στους NYT. «Το φαινόμενο Τραμπ έχει πραγματικά αλλάξει την κατάσταση, οι άνθρωποι είναι πιο πρόθυμοι να ακούσουν, οι ελίτ στο εσωτερικό του κόμματος είναι πιο πρόθυμες να ακούσουν», λέει ο κ. Salam. Τόσο οι Δημοκρατικοί όσο και οι Ρεπουμπλικανοί αναγνωρίζουν ότι τα κόμματά τους έχουν αγνοήσει για υπερβολικά πολύ καιρό τα συμφέροντα των Αμερικανών εργατών. «Είχαμε αγνοήσει τη διάλυση της εργατικής τάξης», είχε γράψει ο Robert VerBruggen, διευθυντής του The American Conservative. «Είχε γίνει ελάχιστη συζήτηση για τα προβλήματα των εργατικών οικογενειών, για το δίχτυ κοινωνικής ασφάλισης ή για το θέμα των ναρκωτικών. Αντ’ αυτού, η προσοχή τους όταν μιλούσαν για τους φτωχούς είχε επικεντρωθεί στην αγορά ανθυγιεινών σνακ με τα χρήματα της κρατικής βοήθειας».