ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αγωγές κατά αμερικανικών πανεπιστημίων

agoges-kata-amerikanikon-panepistimion-2146369

Ομαδικές αγωγές κατά τριών από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια των ΗΠΑ υπέβαλε ο δικηγόρος τριών ενώσεων υπαλλήλων των εν λόγω πανεπιστημίων. Τα κατηγορεί ότι άφησαν το προσωπικό τους να πληρώνει υπερβολικά υψηλά ποσά για τη συμμετοχή του στα προγράμματα συνταξιοδότησης. Πρόκειται για το ΜΙΤ, το Γέιλ και το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης των οποίων τα προγράμματα συνταξιοδότησης έχουν το καθένα ξεχωριστά περιουσιακά στοιχεία πάνω από 3 δισ. δολάρια.

Ο δικηγόρος που εκπροσωπεί και τις τρεις ομάδες εναγόντων, ο Τζερόμ Σλίχτερ, έχει μεγάλη εμπειρία και επιτυχίες στον τομέα των αγωγών για θέματα συνταξιοδότησης. Την τελευταία δεκαετία έχει υποβάλει περισσότερες από 20 ομαδικές αγωγές εκ μέρους εργαζομένων και έχει επιτύχει επανειλημμένως να μειωθούν οι χρεώσεις για τα συνταξιοδοτικά προγράμματα σε πολλές αμερικανικές επιχειρήσεις. Οι ενάγοντες κατηγορούν τα τρία πανεπιστήμια ότι ως χορηγοί των προγραμμάτων συνταξιοδότησης δεν ενδιαφέρθηκαν να παρακολουθήσουν το ύψος των χρεώσεων ούτε ασχολήθηκαν, προκειμένου να αντικαταστήσουν τις δαπανηρές και μη αποδοτικές επενδύσεις των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων με άλλες φθηνότερες. Υποστηρίζουν, επίσης, πως αν τα τρία πανεπιστήμια είχαν χρησιμοποιήσει τη διαπραγματευτική τους ισχύ για να μειώσουν το κόστος των προγραμμάτων συνταξιοδότησης, οι υπάλληλοί τους θα είχαν εξοικονομήσει συλλογικά δεκάδες εκατ. δολάρια.

Σε σχετική ανακοίνωσή του το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης απαντά πως πήρε στα σοβαρά το πρόγραμμα κοινωνικής ασφάλισης και το πρόγραμμα συνταξιοδότησης τόσο του ακαδημαϊκού προσωπικού του όσο και των διοικητικών υπαλλήλων του. Ειδικότερα, το ΜΙΤ κατηγορείται από το προσωπικό του ότι αν είχε ενδιαφερθεί, θα είχαν μειωθεί οι χρεώσεις του συνταξιοδοτικού του προγράμματος για το σύνολο των υπαλλήλων κατά 8 εκατ. δολάρια μόνο για το 2014 και για πολύ περισσότερα αν υπολογιστούν τα ποσά από το 2010 και μετά. Η εκπρόσωπος του πανεπιστημίου δήλωσε, πάντως, ότι δεν μπορεί να σχολιάσει όσο είναι σε εξέλιξη η δικαστική διαμάχη. Το Γέιλ, που σημειωτέον είχε στο συνταξιοδοτικό του πρόγραμμα περιουσιακά στοιχεία ύψους 3,6 δισ. δολαρίων την άνοιξη του 2014, υποστηρίζει πως επέδειξε «σύνεση και προσοχή» στον σχεδιασμό των συνταξιοδοτικών του προγραμμάτων. Τελευταία λιγότεροι εργαζόμενοι στις ΗΠΑ παίρνουν συνταξιοδοτικά προγράμματα και η κυβέρνηση δίνει μεγαλύτερη προσοχή στο κόστος των επενδύσεων των προγραμμάτων αυτών. Με τη στήριξη της κυβέρνησης Ομπάμα, το υπουργείο Εργασίας υιοθέτησε τον Απρίλιο νέους κανόνες για την προστασία των επενδυτών. Βάσει αυτών των κανόνων, μεγαλύτερος αριθμός επαγγελματιών του χρηματοπιστωτικού τομέα θα αναλαμβάνει δράση για λογαριασμό των πελατών, εξασφαλίζοντας τα συμφέροντά τους όταν πρόκειται για τα χρήματα που επενδύονται σε συνταξιοδοτικά προγράμματα. Στόχος των νέων κανόνων είναι να περιοριστούν οι περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων αλλά και να μειωθεί το ύψος των χρεώσεων.

Ακόμη και μια μικρή μείωση στο κόστος μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις οικονομίες ενός συνταξιούχου. Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, η κατά 1% αύξηση των χρεώσεων που καταβάλλει ένας εργαζόμενος στη διάρκεια των 35 ετών της σταδιοδρομίας του, μπορεί στην πράξη να σημαίνει ότι η σύνταξή του θα είναι μικρότερη κατά 28%. Κι αυτό γιατί ένας συνταξιοδοτικός λογαριασμός με 25.000 δολάρια μπορεί να φτάσει στα 163.000 δολάρια αντί για 227.000 δολάρια. Σύμφωνα με τον κ. Σλίχτερ, δικηγόρο των εναγόντων, τα τρία μεγάλα πανεπιστήμια βρέθηκαν στο στόχαστρο, επειδή όλο και περισσότεροι Αμερικανοί θέτουν ερωτήματα σχετικά με τους δικούς τους λογαριασμούς συνταξιοδότησης και συχνά σε αυτά «υπάρχουν σαφείς παραβιάσεις της νομοθεσίας».