ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι Ιταλοί αποφασίζουν

oi-italoi-apofasizoyn-2163989

Ενόψει του δημοψηφίσματος της Κυριακής, οι πολίτες της Ιταλίας καλούνται να αποφασίσουν εάν εγκρίνουν ή απορρίπτουν τη σχεδιαζόμενη συνταγματική μεταρρύθμιση του Ιταλού πρωθυπουργού Ματέο Ρέντσι, η οποία έχει ήδη εγκριθεί από το Κοινοβούλιο.

Πρόκειται επί της ουσίας για την πρόταση του πρωθυπουργού να προχωρήσει σε μείωση των εξουσιών της Γερουσίας, με σκοπό να διευκολυνθεί η διαδικασία ψήφισης προέδρου της Δημοκρατίας. Το δημοψήφισμα επίσης θεωρείται από κάποιους απόφαση προφητική σχετικά με ενδεχόμενη παραμονή της Ιταλίας εντός της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ενωσης. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση όπου επικρατήσει το «Οχι» στις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις, η έξοδος της Ιταλίας από την Ευρωζώνη δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη.

Παρότι αρκετοί αναλυτές κρίνουν την πολιτική κατάσταση στην Ιταλία από εντελώς διαφορετική οπτική γωνία, τα αποτελέσματα της κυβέρνησης του Ματέο Ρέντσι μέχρι στιγμής είναι θετικά. Το ποτήρι δηλαδή δεν είναι μισοάδειο, αλλά περισσότερο μισογεμάτο. Ο Ματέο Ρέντσι έχει ήδη φέρει στην επιφάνεια πολλές μεταρρυθμίσεις, μερικές εκ των οποίων έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ. Αρχικά, η μεταρρύθμιση στον χώρο εργασίας που φέρει το όνομα «Jobs Act» και τέθηκε σε εφαρμογή τον Μάρτιο του 2015 είχε μεγάλη υποστήριξη από τους διεθνείς θεσμούς, αυξάνοντας παράλληλα τα ποσοστά εκείνων που βρήκαν εργασία. Επιπλέον, στο πλαίσιο του δημοψηφίσματος, έχει ήδη σχεδιαστεί σειρά μεταρρυθμίσεων για την αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, στις οποίες συγκαταλέγεται και διάταξη σχετικά με τον περιορισμό των δικαιοδοσιών της Γερουσίας αλλά και των περιφερειών. Το σύνολο αυτών των μεταρρυθμίσεων θα ενδυναμώσει ακόμη περισσότερο την ιταλική κυβέρνηση, καθώς πρόκειται για διατάξεις σημαντικές και αποφασιστικές για το μέλλον των Ιταλών πολιτών.

Ωστόσο, το μόνο πράγμα για το οποίο κάποιος μπορεί να μεμφθεί την κυβέρνηση του Ιταλού Ματέο Ρέντσι είναι ένα: το γεγονός ότι δεν αντιμετώπισε εγκαίρως το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τις τράπεζες σχετικά με την ανάγκη ανακεφαλαιοποίησής τους και τον μεγάλο αριθμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ομως και σε αυτή την περίπτωση, είναι απαραίτητο να επισημανθεί μία διαφορά. Οι ιταλικές τράπεζες, σε αντίθεση με τις αντίστοιχες γερμανικές, είχαν ελάχιστα επενδύσει σε τοξικά ενυπόθηκα δάνεια, δηλαδή σε στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου στις ΗΠΑ, πριν από την κρίση που ξέσπασε το 2008. Και αντίθετα με τις ανταγωνιστικές τράπεζες της Ισπανίας και της Ιρλανδίας, οι ιταλικές τράπεζες δεν διοχετεύθηκαν με αντίστοιχα τοξικά στεγαστικά δάνεια, ώστε να δημιουργήσουν μια «φούσκα στεγαστικών δανείων». Ουσιαστικά, οι ιταλικές τράπεζες μεταβίβασαν τα προβληματικά δάνεια σε ιταλικές εταιρείες διαχείρισης των συγκεκριμένων δανείων υψηλού κινδύνου, λίγο καιρό μετά τη μετάβαση της ιταλικής οικονομίας σε περίοδο κρίσης. Εντούτοις, οι Ιταλοί πολίτες ενδέχεται να τιμωρήσουν τον κ. Ρέντσι και την υπόλοιπη κοινοβουλευτική του ομάδα, την κρίσιμη ημέρα δημοψηφίσματος. Αλλά ακόμη και τότε καμία ελπίδα δεν χάνεται: δεν θα υπάρξει κενό στην εξουσία, καθώς είναι πιθανό να συσταθεί μια νέα μεταβατική, τεχνοκρατική κυβέρνηση, η οποία μπορεί να εφαρμόσει κάποιες από τις μεταρρυθμίσεις που βρίσκονται σε εκκρεμότητα, όπως, για παράδειγμα, την αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος. Ακόμη και στις επικείμενες εκλογές δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ευρωσκεπτικιστικά κόμματα θα έρθουν στην εξουσία.

*Ο κ. Jürgen Matthes είναι αναλυτής του Οικονομικού Ινστιτούτου της Κολωνίας (IW).