ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Κούρεμα» προ των πυλών για την Monte Paschi

koyrema-pro-ton-pylon-gia-tin-monte-paschi-2164366

Οι τραπεζίτες της Mediobanca και της JPMorgan καταβάλλουν από κοινού με τον Ιταλό υπουργό Οικονομικών κ. Πιερ Κάρλο Παντοάν τις ύστατες προσπάθειες ώστε να πείσουν ιδιώτες επενδυτές να επενδύσουν 5 δισ. ευρώ στην προβληματική τράπεζα Monte dei Paschi di Siena. Ωστόσο η παραίτηση Ρέντσι και η αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα λειτουργούν αποτρεπτικά. Το “κούρεμα” των πιστωτών της τρίτης μεγαλύτερης τράπεζας της Ιταλίας προβάλλει όλο και πιο απειλητικό.

Χθες έγινε γνωστό ότι θα αναβληθεί μέχρι την Παρασκευή η απόφαση για το αν είναι δυνατό να επιτευχθεί ανακεφαλαιοποίηση της Monte Paschi από τον ιδιωτικό τομέα. Την προσπάθεια ανακεφαλαιοποίησης έχουν αναλάβει η Mediobanca και η JPMorgan, οι οποίες από κοινού με τον κ. Παντοάν προσπαθούν να πείσουν τα στελέχη του κρατικού επενδυτικού ταμείου του Κατάρ να επενδύσουν 1 δισ. ευρώ στην προβληματική ιταλική τράπεζα. Ελπίζουν ότι αν τα καταφέρουν τις αμέσως επόμενες ημέρες, τότε θα ακολουθήσουν ακόμη 10 με 20 ιδιώτες επενδυτές που θα επενδύσουν γύρω στα 100 εκατομμύρια ευρώ ο καθένας.

Λιγοστεύουν οι ελπίδες για Monte Paschi

“Νομίζω πως τα νούμερα δεν βγαίνουν για την Monte Paschi σε καμία περίπτωση. Νομίζω πως το “όχι” στο δημοψήφισμα θα αποτελέσει την τέλεια δικαιολογία (ώστε οι επενδυτές) να φύγουν”, είπε χθες, ανώνυμα, στο Reuters επικεφαλής επενδύσεων μεγάλου ευρωπαϊκού επενδυτικού ταμείου. Πιθανή αποτυχία ανακεφαλαιοποίησης της Monte Paschi (έκλεισε χθες με πτώση 4,2% και με την κεφαλαιοποίηση της να έχει υποχωρήσει στα 545 εκατομμύρια ευρώ) θα θέσει σε κίνδυνο την προσπάθεια ανακεφαλαιοποίησης επτά ακόμη μικρομεσαίων ιταλικών τραπεζών αλλά και της UniCredit (έκλεισε χθες με πτώση 3,36%), της μεγαλύτερης ιταλικής τράπεζας βάσει περιουσιακών στοιχείων.

Η Ιταλία ίσως να χρειαστεί να διασώσει ορισμένες από τις τράπεζες της, προειδοποίησε χθες ο κεντρικός τραπεζίτης της Αυστρίας κ. Εβαλντ Νοβότνι, προσθέτοντας ότι είναι διαχειρίσιμα τα προβλήματα των ιταλικών τραπεζών. Η κ. Εκλε Κένιγκ, επικεφαλής του ενιαίου μηχανισμού εκκαθάρισης (SRB) της ΕΚΤ δήλωσε χθες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πως σε περίπτωση διάσωσης τράπεζας με κρατικά χρήματα τότε θα πρέπει να εφαρμοστούν ο κανόνες περί bail-in (“κουρέματος”). Αναλυτές της Citigroup και της Goldman Sachs θεωρούν αναπόφευκτη την κρατική διάσωση κάποιων ιταλικών τραπεζών και το “κούρεμα” πολλών πιστωτών τους.

Αυξάνονται οι πιθανότητες “κουρέματος” πιστωτών

Στην περίπτωση που αποτύχει η προσπάθεια ανακεφαλαιοποίησης της Monte Paschi από την αγορά η επόμενη ιταλική κυβέρνηση (ή ακόμη και η υπηρεσιακή) θα βρεθεί προ δύο δυσάρεστων επιλογών με μεγάλο πολιτικό κόστος. Η πρώτη επιλογή είναι η λεγόμενη προληπτική ανακεφαλαιοποίηση της τρίτης μεγαλύτερης ιταλικής τράπεζας. Το σχέδιο προβλέπει διάσωση της τράπεζας με κρατικά χρήματα, “κούρεμα” επενδυτών που κατέχουν ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης (junior bondholders) μέσω της μετατροπής των ομολόγων που κατέχουν σε μετοχές της τράπεζας και αποζημίωση μικροεπενδυτών τους οποίους είχαν εξαπατήσει οι τραπεζίτες τους τα προηγούμενα χρόνια πείθοντας τους να μετατρέψουν τις καταθέσεις τους σε ομόλογα.

H Monte Paschi έχει εκδώσει ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης ύψους περίπου 5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα δύο δισ. ευρώ βρίσκονται στα χέρια μικροεπενδυτών. To σχέδιο προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης (αφορά τράπεζες που όπως η Monte Paschi έχουν αποτύχει σε δοκιμασίες αντοχής, παραμένουν ωστόσο φερέγγυες) έχει εγκριθεί από τις Βρυξέλλες.

Κίνδυνος να χρειαστούν διάσωση και άλλες ιταλικές τράπεζες

Αν αποτύχει η διάσωση της Monte Paschi από την αγορά τότε υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να αποτύχει και η προσπάθεια ανακεφαλαιοποίησης επτά ακόμη μικρομεσαίων ιταλικών τραπεζών και να απειληθεί σοβαρά η προσπάθεια ανακεφαλαιοποίησης της UniCredit με 13 δισ. ευρώ. Σε αυτή την περίπτωση ίσως να χρειαστεί η διάσωση μεγάλου μέρους του ιταλικού τραπεζικού συστήματος, όπως είχε συμβεί με τις ισπανικές τράπεζες το 2012. Αν η κατάσταση επιδεινωθεί τόσο πολύ, τότε η Ρώμη θα βρεθεί αντιμέτωπη με την πλήρη ισχύ της λεγόμενης οδηγίας bail-in (“κούρεμα”).

Η νέα οδηγία που τέθηκε σε πλήρη ισχύ στην αρχή του 2016 προβλέπει πως ιδιώτες πιστωτές μιας τράπεζας θα πρέπει να συμβάλουν στην διάσωση της τράπεζας καλύπτοντας γύρω στο 8% του κόστους διάσωσης. Στους πιστωτές περιλαμβάνονται επενδυτές που κατέχουν ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης, αυξημένης εξασφάλισης, μεγάλες καταθέσεις όψεως εταιρειών και ανασφάλιστοι καταθέτες (με καταθέσεις άνω των 100 χιλιάδων ευρώ). Το “κούρεμα” των πιστωτών θεωρείται βέβαιο στην περίπτωση που η Ιταλία δεχτεί να χρησιμοποιήσει χρήματα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Διάσωσης (ESM).

Απειλή για τραπεζικό σύστημα και πολιτικό ρίσκο

Θεωρητικά στόχος της οδηγίας bail-in είναι να προστατεύσει τους φορολογούμενους από το να πρέπει να καλύπτουν την εγκληματικά ανεύθυνη συμπεριφορά των τραπεζιτών (όπως είχε γίνει αμέσως μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση). Ο Ιταλός κεντρικός τραπεζίτης κ. Ιγκάνσιο Βίσκο έχει προειδοποιήσει αρκετές φορές ότι όπως είναι σχεδιασμένη η οδηγία υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγήσει στο τελείως αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Το “κούρεμα” πιστωτών, ιδιαίτερα σε αρνητικό οικονομικό περιβάλλον, μπορεί να προκαλέσει την γενικευμένη απώλεια εμπιστοσύνης προς το τραπεζικό σύστημα και να οδηγήσει σε φυγή επενδυτών και από άλλες τράπεζες. Ο κ. Βίσκο είχε αποκαλέσει τον Μάιο την οδηγία bail-in πηγή σοβαρής αστάθειας, ενώ και ο κ. Παντοάν είχε προβεί σε ιδιαίτερα επικριτικές δηλώσεις, τις οποίες είχε αργότερα ανασκευάσει.

Από την αρχή του έτους μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου είχε σημειωθεί φυγή κεφαλαίων ύψους 106 δισ. ευρώ από την Ιταλία σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg. Το “κούρεμα” πιστωτών ιταλικών τραπεζών θα μπορούσε να επιταχύνει την φυγή κεφαλαίων επιδεινώνοντας περαιτέρω την κατάσταση. Ακόμη σημαντικότερο είναι το πολιτικό ρίσκο που θα αναλάμβανε οποιαδήποτε κυβέρνηση στη Ρώμη θα επιχειρούσε να “κουρέψει” μικροοεπενδυτές, πολύ περισσότερο δε να υπογράψει είδος Μνημονίου για τη διάσωση περισσοτέρων τραπεζών από τον ESM. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ο κίνδυνος να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο ευρωσκεπτικιστικά και ακροδεξιά κόμματα όπως το κίνημα των Πέντε Αστέρων και η Λέγκα του Βορρά.