ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Brexit. Και τώρα;

apopsi-brexit-kai-tora-2166207

Η νίκη του Brexit στο δημοψήφισμα του Ιουνίου του 2016 ήταν ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα, για το οποίο τόσο η επιστημονική όσο και η επιχειρηματική κοινότητα ήταν απροετοίμαστες. Ταυτόχρονα όμως, η νέα προοπτική ξεκίνησε μια έντονη συζήτηση τόσο στο επιστημονικό όσο και στο ειδησεογραφικό πεδίο αναφορικά με τα αποτελέσματα του Brexit αλλά και τον τρόπο που θα μπορούσε να υλοποιηθεί. Η απόφαση για το δημοψήφισμα, μια κίνηση καθαρά πολιτική από τον Ντέιβιντ Κάμερον, δεν έλαβε σε καμία περίπτωση υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις του δημοψηφίσματος αλλά και της αβεβαιότητας που θα το συνόδευε.

Για το δημοψήφισμα σε γενικές γραμμές οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούσαν στα αρνητικά αποτελέσματα μια τέτοιας απόφασης, προβλέποντας μείωση του βρετανικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) σε ποσοστό που αγγίζει ακόμα και το 9,5%! Επίσης προέβλεπαν μείωση ξένων επενδύσεων σε σημαντικούς κλάδους (χρηματοοικονομικός τομέας, ενέργεια) ενώ έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στις δυναμικές επιπτώσεις, οι οποίες γίνονται ορατές έπειτα από αρκετό χρονικό διάστημα. Σημαντική παρατήρηση ήταν η αρνητική συσχέτιση των ψήφων υπέρ του Brexit σε δημοσκοπήσεις με την απόδοση των μετοχών στο Λονδίνο, ενώ αντίθετα τα βρετανικά κρατικά ομόλογα εμφάνιζαν θετική συσχέτιση. Αυτό σημαίνει ότι όσο υψηλότερο ποσοστό έδιναν οι δημοσκοπήσεις στο Brexit τόσο οι επενδυτές έφευγαν από το χρηματιστήριο προς πιο ασφαλείς επενδύσεις, τις οποίες θεωρούσαν ότι έβρισκαν στα βρετανικά κρατικά ομόλογα.

Η έρευνα του Πανεπιστημίου Αιγαίου προσέγγισε το ζήτημα μέσω του τραπεζικού κλάδου, ο οποίος είναι ιδιαίτερα σημαντικός στη Βρετανία, και ποσοτικοποίησε τα αναμενόμενα αποτελέσματα του Brexit. Ταυτόχρονα, έδωσε σημαντικές προτάσεις για τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, καθώς συνέδεσε το τελικό σημείο ισορροπίας του συστήματος με τις πιθανές κινήσεις των χρηματοοικονομικών κολοσσών του Σίτι. Οι βρετανικές τράπεζες κατέχουν ενεργητικό που ισούται περίπου με το 30% του ευρωπαϊκού συνόλου, ενώ το βρετανικό ΑΕΠ ανέρχεται σε περίπου 15% του συνόλου.

Το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα μοντελοποιήθηκε με τη χρήση του VBanking, μιας αντικειμενοστραφούς πλατφόρμας οικονομικών προσομοιώσεων, που αναπτύχθηκε από την ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Το σύστημα «έτρεξε» 2.000 προσομοιώσεις του Brexit, λαμβάνοντας υπόψη δύο πιθανά σενάρια: το αισιόδοξο (όπου η Βρετανία διατηρεί την πρόσβασή της στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά) και το απαισιόδοξο (όπου η Βρετανία μέσω έμμεσων και άμεσων εμπορικών περιορισμών χάνει το 50% της πρόσβασης στην ενιαία αγορά).

Τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων έδειξαν ότι το Brexit εγκυμονεί περισσότερους κινδύνους για την Ευρώπη σε σχέση με τη Βρετανία. Παρατηρείται σημαντική μείωση των τραπεζικών εργασιών και αποσταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος, καθώς σχεδόν όλα τα τραπεζικά ιδρύματα περνούν από σημαντικές δυσχέρειες.

Στον άμεσο ορίζοντα, η τραπεζική κρίση χτυπάει πρώτα τη Βρετανία, η οποία ανακάμπτει με σχετική ευκολία, και ακολουθεί με μικρή καθυστέρηση στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Την τραπεζική κρίση ακολουθεί σχεδόν άμεσα μια οικονομική ύφεση, και στις δύο πλευρές, παρά το γεγονός ότι στο αισιόδοξο σενάριο οι συνεχιζόμενες εμπορικές σχέσεις καθυστερούν την εμφάνιση της κρίσης στη Βρετανία. Στη συνέχεια, το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα καταγράφει σημαντικές ζημίες τόσο σε βραχυπρόθεσμο όσο και σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Αντίθετα, στη Βρετανία τα αποτελέσματα είναι πιο ομαλά, καθώς το ισχυρό τραπεζικό σύστημα έχει περάσει τους κλυδωνισμούς και είναι πλέον σε θέση να στηρίξει την εγχώρια οικονομία, για την οποία το ενεργητικό που διατίθεται υπερκαλύπτει τις ανάγκες.

Στην πραγματική οικονομία, τα μακροπρόθεσμα στοιχεία είναι χειρότερα από τα βραχυπρόθεσμα τόσο για τη Βρετανία όσο και για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Καταρρίπτεται έτσι ένα βασικό επιχείρημα της καμπάνιας του Leave, που υποστήριζε ότι θα πρέπει η Βρετανία να υπομείνει ένα βραχυπρόθεσμο βάρος για να κερδίσει μακροπρόθεσμα οφέλη. Με το αισιόδοξο σενάριο, η εικόνα είναι κάπως χειρότερη, πιθανώς λόγω μετάδοσης της ευρωπαϊκής ύφεσης μέσω της κοινής αγοράς. Στην Ευρώπη, παρατηρείται επιβράδυνση των εταιρικών επενδύσεων, καθώς το τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί πλέον να υποστηρίξει την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας των επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, παρατηρούμε μείωση των μισθών και στις δύο οικονομίες, με μόνη εξαίρεση την Ευρώπη στο απαισιόδοξο σενάριο, όπου ο προστατευτισμός λειτουργεί υπέρ της μεγαλύτερης σε μέγεθος οικονομίας.

Τα παραπάνω αποτελέσματα εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τη διατήρηση του ενεργητικού των βρετανικών τραπεζών, το οποίο υπερκαλύπτει τις ανάγκες της εγχώριας οικονομίας. Για την επιβεβαίωση του παραπάνω συμπεράσματος, εκτελέσαμε πρόσθετες προσομοιώσεις έτσι ώστε να εξετάσουμε εάν η θετική εικόνα στη Βρετανία οφείλεται στη σχετική δύναμη του τραπεζικού συστήματος. Το αποτέλεσμα που προέκυψε είναι ότι εάν οι βρετανικές τράπεζες αποχωρήσουν από τη Βρετανία, η εικόνα που περιγράψαμε αντιστρέφεται. Οσο μειώνεται το ενεργητικό των βρετανικών τραπεζών μετά το Brexit τόσο βελτιώνεται η εικόνα της Ευρώπης και χειροτερεύει αυτή της Βρετανίας. Το τελικό συμπέρασμα που εξάγεται από τις προσομοιώσεις του συστήματος είναι ότι για τη βελτιστοποίηση του συνολικού αποτελέσματος, πρέπει περίπου τα μισά βρετανικά τραπεζικά ιδρύματα να μετακομίσουν στην Ευρώπη.

Οι ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις του Brexit, οι οποίες επιτείνονται στον μακροπρόθεσμο ορίζοντα, δεν είναι σε καμία περίπτωση αμελητέες. Η αδυναμία των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία δίνει νέο ρόλο στα προγράμματα στήριξης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ ίσως αποτελέσει και έναυσμα για ανατροπή των συνεχιζόμενων μέτρων δημοσιονομικής λιτότητας. Οι τραπεζικές εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων που θα ξεκινήσουν τον Μάρτιο του 2017. Στις συζητήσεις αυτές, σημαντική παράμετρος θα είναι η μετεγκατάσταση τραπεζών από τη Βρετανία στην Ευρώπη, καθώς επιδρά και στις δύο πλευρές των Στενών της Μάγχης. Τυχόν αποχώρηση των τραπεζών από τη Βρετανία θα αποτελέσει μια μοναδική ευκαιρία για τη δημιουργία ενός νέου χρηματοπιστωτικού και εμπορικού κέντρου, την οποία σίγουρα θα σπεύσουν να εκμεταλλευθούν η Γαλλία και η Γερμανία. Συμπεραίνουμε ότι η διαπραγμάτευση του Brexit περιλαμβάνει αντικρουόμενα συμφέροντα, τα οποία θα πρέπει να συμφωνήσουν να λειτουργήσουν για το κοινό καλό, με σκοπό τη μετάβαση στο νέο καθεστώς με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες για την πραγματική οικονομία.

* Ο κ. Αριστείδης Σάμιτας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικής, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, διευθυντής μεταπτυχιακών προγραμμάτων MBA και Executive MBA.
** Ο κ. Στάθης Πολύζος είναι οικονομολόγος, ερευνητικός συνεργάτης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου.