ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ΕΚΤ δεν αλλάζει πολιτική λόγω Νότου

30s26omologasynedrekt

Η χαλαρή νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας απέχει ακόμη πολύ από το να ολοκληρωθεί, διαμηνύουν αξιωματούχοι της ΕΚΤ, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του Reuters. Η άνοδος των αποδόσεων ομολόγων χωρών της περιφέρειας, μετά την τελευταία συνεδρίαση της ΕΚΤ, στις 9 Μαρτίου, ανησύχησε τους κεντρικούς τραπεζίτες της Ευρωζώνης, οι οποίοι πλέον διστάζουν να κάνουν οποιαδήποτε νέα αλλαγή στη συνεδρίαση που θα γίνει τον Απρίλιο.

Οι πληροφορίες του Reuters πηγάζουν από έξι αξιωματούχους της ΕΚΤ. Μάλιστα, μία από τις πηγές, που είτε είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, είτε είναι πολύ κοντά σε αυτό, δηλώνει στο πρακτορείο πως οι επενδυτές παρερμήνευσαν το μήνυμα που είχε στείλει η κεντρική τράπεζα στις 9 Μαρτίου. Τα στελέχη της κεντρικής τράπεζας προβληματίζονται από το γεγονός πως οι επενδυτές άρχισαν να προεξοφλούν αύξηση του επιτοκίου δανεισμού για τις τράπεζες στις αρχές του 2018. «Θέλαμε να μεταδώσουμε το μήνυμα ότι έχει περιοριστεί ο κίνδυνος να επιδεινωθούν οι οικονομικές προοπτικές, όμως η αγορά το εξέλαβε ως βήμα προς την έξοδο από τη χαλαρή νομισματική πολιτική», λέει στο Reuters μία από τις πηγές. «Το μήνυμα παρερμηνεύτηκε σημαντικά», προσθέτει.

Σήμερα, το επιτόκιο δανεισμού για τα χρήματα που καταθέτουν οι εμπορικές τράπεζες στην ΕΚΤ ανέρχεται στο -0,4%. Η μοναδική αλλαγή που έκανε η ΕΚΤ στη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου ήταν να αφαιρέσει από την ανακοίνωση Τύπου τη φράση που έλεγε πως αν επιδεινωθεί η κατάσταση στην οικονομία, τότε θα μπορούσε να χαλαρώσει ακόμη περισσότερο τη νομισματική της πολιτική, χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα εργαλεία. Ορισμένοι οικονομολόγοι έχουν υποστηρίξει πως με την οικονομία της Ευρωζώνης να αναπτύσσεται με ικανοποιητικό ρυθμό, η ΕΚΤ θα μπορούσε σύντομα να αυξήσει το επιτόκιο δανεισμού για τις τράπεζες στο 0%. «Αυτός θα ήταν επικοινωνιακός εφιάλτης», λέει μία από τις πηγές. «Αν αυξήσεις τα επιτόκια, δεν μπορείς να υποστηρίζεις πως το μέτρο είναι εφάπαξ, μόνο επιστροφή στο 0% και μετά θα σταματήσουμε πάλι. Η αγορά θα προεξοφλούσε αμέσως νέα πορεία των επιτοκίων και όλες οι αποδόσεις θα αυξάνονταν σημαντικά». Οι αποδόσεις των ομολόγων χωρών της περιφέρειας και η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ υποχώρησαν μετά τη δημοσίευση της πληροφορίας από το Reuters.

Διιστάμενες απόψεις

Η διάσταση απόψεων που παρατηρείται εσχάτως μεταξύ μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ (δηλαδή των 19 διοικητών των εθνικών κεντρικών τραπεζών και των έξι μελών του εκτελεστικού συμβουλίου) σχετικά με τη μελλοντική πορεία της νομισματικής πολιτικής πιθανότατα έχει συμβάλει στη δημιουργία σύγχυσης μεταξύ των επενδυτών. Ο κεντρικός τραπεζίτης της Γερμανίας, Γενς Βάιντμαν, δηλώνει εδώ και μήνες πως έχει έρθει η ώρα η ΕΚΤ να αρχίσει να σκληραίνει τη νομισματική πολιτική της. Από τον Ιανουάριο και μετά, το ίδιο έχει αρχίσει να υποστηρίζει και το μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου κα. Ζαμπίνε Λαουτενσλάγκερ. Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αυστρίας, Εβαλντ Νοβότνι, είχε συζητήσει ανοικτά προ ημερών την πιθανότητα νέας αλλαγής νομισματικής πολιτικής. Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, δηλώνει συνεχώς ήδη από τον Νοέμβριο πως η ΕKΤ πρέπει να αυξήσει τα επιτόκιά της, διότι τα μηδενικά επιτόκια ευνοούν το ευρωσκεπτικιστικό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD). Ωστόσο, ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ Πέτερ Πρατ δήλωσε αυτήν την εβδομάδα πως είναι αναγκαία η διατήρηση της χαλαρής νομισματικής πολιτικής και ότι πρέπει να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (QE) προτού αυξηθούν τα επιτόκια. Οι νέες πιέσεις από τη Γερμανία για αλλαγή νομισματικής πολιτικής αυξήθηκαν, όταν τον Ιανουάριο είχε ανέλθει ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης στο 1,8% και τον Φεβρουάριο στο 2%, που είναι και ο στόχος της ΕΚΤ. Ωστόσο ο δομικός πληθωρισμός (εξαιρούνται οι ευμετάβλητες τιμές των καυσίμων και των μη επεξεργασμένων τροφίμων) παραμένει κολλημένος στο 0,9%, σημάδι πως ακόμη δεν έχουν εκδηλωθεί πληθωριστικές πιέσεις που θα οδηγούσαν σε σταθερή άνοδο του πληθωρισμού. Η ΕΚΤ υποστηρίζει πως η άνοδος του πληθωρισμού τούς τελευταίους τέσσερις μήνες οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην άνοδο των τιμών της ενέργειας, μετά την απόφαση του ΟΠΕΚ στα τέλη Νοεμβρίου να μειώσει την παραγωγή το πρώτο εξάμηνο του 2017.