ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υποβάθμιση Χιλής λόγω πολιτικών σκοπιμοτήτων από Παγκόσμια Τράπεζα

ypovathmisi-chilis-logo-politikon-skopimotiton-apo-pagkosmia-trapeza-2227820

Αμφιβολίες για την αξιοπιστία και τα κίνητρα της Παγκόσμιας Τράπεζας ενέσπειραν δηλώσεις του κορυφαίου οικονομολόγου της, Πολ Ρόμερ, σχετικά με την υποβάθμιση της Χιλής στην κατάταξη των χωρών με κριτήριο την ανταγωνιστικότητά τους και το επιχειρηματικό τους περιβάλλον.

Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Wall Street Journal, ο Πολ Ρόμερ απέδωσε την υποβάθμιση της Χιλής στην αλλαγή μεθοδολογίας της Τράπεζας και όχι σε αντικειμενική επιδείνωση στο επιχειρηματικό της περιβάλλον. Προσέθεσε, όμως, ότι αυτή η αλλαγή ενδέχεται να οφείλεται σε πολιτικής φύσης σκοπιμότητες και τόνισε ότι αυτές οι αλλαγές στη μεθοδολογία της Τράπεζας «έδωσαν λάθος εντυπώσεις για το επιχειρηματικό περιβάλλον στη Χιλή». Στις εκθέσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, η Χιλή εμφανίζεται να καταλαμβάνει την 34η θέση σε ανταγωνιστικότητα και επιχειρηματικό περιβάλλον στη διάρκεια της θητείας του προηγούμενου προέδρου, του συντηρητικού δισεκατομμυριούχου Σεμπάστιαν Πινέρα. Προκαλεί, όμως, εντύπωση ότι εμφανίζεται σε σαφώς υποδεέστερες θέσεις όταν πρόεδρος ήταν η απερχόμενη Μισέλ Μπασελέ, τόσο πριν όσο και μετά τη θητεία του Σεμπάστιαν Πινέρα, εν ολίγοις στη διάρκεια της πρώτης και δεύτερης θητείας της κ. Μπασελέ. Σήμερα η Χιλή καταλαμβάνει την 55η θέση έχοντας διολισθήσει σημαντικά από την 34η θέση στην οποία την είχε κατατάξει η Τράπεζα το 2014, έτος που ανέλαβε η κ. Μπασελέ.

Αντιδρώντας άμεσα στο επίμαχο δημοσίευμα της WSJ, η Παγκόσμια Τράπεζα ανακοίνωσε ότι «στο φως των προβληματισμών που εξέφρασε ο οικονομολόγος μας και δεδομένης της προσήλωσής μας στην ακεραιότητα και στη διαφάνεια, θα εκπονήσουμε νέα έκθεση σχετική με τους δείκτες της Χιλής». Ανταποκρίνεται, έτσι, στο αίτημα που έσπευσε να υποβάλει η πρόεδρος της Χιλής που, σχολιάζοντας τη συνέντευξη Ρόμερ, επισήμανε ότι «οι αξιολογήσεις από διεθνείς θεσμούς πρέπει να είναι αξιόπιστες εφόσον έχουν αντίκτυπο στις επενδύσεις και στην ανάπτυξη των χωρών». Υπεραμυνόμενη, πάντως, της μεθοδολογίας της, η Τράπεζα τόνισε πως οι αλλαγές είναι προϊόν «συστηματικών διαβουλεύσεων» και ότι οι δείκτες κατάταξης των χωρών προκύπτουν βάσει «αντικειμενικών στοιχείων» όπως, για παράδειγμα, η αύξηση της φορολογίας και η αλλαγή νομοθεσίας. Οπως, όμως, επισημαίνουν αναλυτές του Reuters, η Χιλή είναι από τις πλουσιότερες και σταθερότητες χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Στη διάρκεια της θητείας, άλλωστε, η κ. Μπασελέ προχώρησε μεν σε μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας και του φορολογικού κώδικα που επικρίθηκαν από την επιχειρηματική κοινότητα ως αποθαρρυντικές για τις επενδύσεις, αλλά δεν έχει αλλοιώσει ουσιαστικά τον προσανατολισμό της χώρας στην ελεύθερη αγορά. Σε ό,τι αφορά την επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης στη διάρκεια της θητείας της, οφείλεται κυρίως στην πτώση των τιμών καίριων εξαγώγιμων προϊόντων της Χιλής όπως ο χαλκός. Σύμφωνα, πάντως, με τον Χιλιανό οικονομολόγο Αουγκούστο Λόπεζ Κλάρος, που ήταν υπεύθυνος για τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης από την Παγκόσμια Τράπεζα, οι κατηγορίες περί πολιτικά κατευθυνόμενων στοιχείων «είναι εντελώς ανυπόστατες». Ο εν λόγω οικονομολόγος επιμένει πως η υποβάθμιση της Χιλής αντανακλά τη βελτίωση που σημείωσαν γειτονικές της χώρες όπως το Μεξικό και η Κολομβία, που κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες.

Αμφισβήτηση γερμανικών δεικτών ανεργίας

Υπό αμφισβήτηση φαίνεται να τελεί και η αξιοπιστία των γερμανικών στατιστικών στοιχείων σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τα χαμηλά ποσοστά της ανεργίας. Σχετικό ρεπορτάζ της γερμανικής οικονομικής εφημερίδας Handelsbatt αναφέρεται σε έναν σεβαστό αριθμό κυρίως μακροχρόνια ανέργων που δεν εμφανίζονται στα επίσημα στατιστικά στοιχεία, καθώς το κράτος μεριμνά να τους εντάσσει σε προγράμματα. Οπως επισημαίνει η γερμανική εφημερίδα, τα προγράμματα αυτά άλλοτε διδάσκουν στους ανέργους τον σωστό τρόπο να συντάξουν το βιογραφικό τους, άλλοτε πώς να χρησιμοποιούν προγράμματα υπολογιστών για τα λογιστικά μιας εταιρείας, πώς να βελτιώσουν τα γερμανικά τους, να διαχειριστούν τα χρέη τους ή ακόμη και να επωφεληθούν από το κοινωνικό κράτος.

Το εν λόγω ρεπορτάζ επικαλείται στοιχεία της γερμανικής στατιστικής υπηρεσίας σύμφωνα με τα οποία η αποτελεσματικότητα αυτών των προγραμμάτων είναι αρκετά περιορισμένη. Εξι μήνες μετά την ολοκλήρωση των προγραμμάτων, τουλάχιστον τα 2/3 όσων συμμετείχαν λαμβάνουν και πάλι επίδομα ανεργίας. Οπως, όμως, τονίζει η γερμανική εφημερίδα, το συμφέρον των ανέργων δεν φαίνεται να έχει τόση σημασία επειδή όσο βρίσκονται στο πρόγραμμα παύουν να αναφέρονται ως άνεργοι. Ετσι μειώνεται το ποσοστό της ανεργίας. Επιπλέον, οι υπάλληλοι της αρμόδιας υπηρεσίας παίρνουν μπόνους όταν εμφανίζουν καλύτερα στατιστικά στοιχεία. Και βέβαια το κόστος είναι πάντα υψηλό για τους φορολογούμενους. Σύμφωνα με τη Handelsblatt, το 2013 τα προγράμματα αυτά κόστισαν στο γερμανικό κράτος 463 εκατ. και το 2016 773 εκατ.