ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το Κογκρέσο δυναμιτίζει την απόπειρα προσέγγισης του Πεκίνου με τις ΗΠΑ

to-kogkreso-dynamitizei-tin-apopeira-proseggisis-toy-pekinoy-me-tis-ipa-2228067

Χείρα φιλίας τείνει ο Κινέζος πρόεδρος προς τον Αμερικανό ομόλογό του, σε μια προσπάθεια να αποτρέψει έναν οικονομικό πόλεμο με τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο του Πεκίνου. Την ίδια στιγμή, όμως, από αμερικανικής πλευράς φαίνεται μάλλον να υπερισχύουν οι δυνάμεις που διάκεινται αρνητικά προς την προσέγγιση.

Σύμφωνα με τον κρατικό τηλεοπτικό σταθμό της Κίνας CCTV, οι δύο ηγέτες επικοινώνησαν έπειτα από σχετικό αίτημα του Ντόναλντ Τραμπ που φαίνεται να υιοθετεί σκληρή γραμμή στις διαφωνίες της Ουάσιγκτον με το Πεκίνο. Στην τηλεφωνική τους συνδιάλεξη ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ τον κάλεσε σε συμφιλίωση και σε κοινή προσπάθεια για τη διευθέτηση των εμπορικών και οικονομικών διενέξεων ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Σύμφωνα με την κινεζική τηλεόραση, ο κ. Σι ζήτησε «εποικοδομητική προσέγγιση» και τόνισε πως οι δύο πλευρές πρέπει να σεβαστούν η μία τα συμφέροντα και τις ευαισθησίες της άλλης και να διατηρήσουν τις μεταξύ τους επαφές «τόσο σε υψηλό επίπεδο όσο και σε άλλα κλιμάκια». Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο να επιβάλει δασμούς στις εισαγωγές κινεζικού χάλυβα και αλουμινίου, ενώ έχει προηγηθεί έρευνα του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου σχετικά με το κατά πόσον οι εισαγωγές χάλυβα αποτελούν απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.

Την ίδια στιγμή την προσέγγιση φαίνεται να επιχειρούν να αποτρέψουν μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου, καθώς επιδιώκουν να τερματίσουν τη συνεργασία αμερικανικών εταιρειών με κινεζικές και να εμποδίσουν την είσοδο κινεζικών επιχειρήσεων στην αμερικανική αγορά. Σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ του Reuters, μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου επικαλούνται θέμα εθνικής ασφαλείας και καλούν την αμερικανική εταιρεία τηλεπικοινωνιών ΑΤ&Τ να διακόψει κάθε συνεργασία με την κινεζική βιομηχανία τηλεφωνικών συσκευών Huawei Technologies. Παράλληλα εναντιώνονται στα σχέδια της κινεζικής εταιρείας τηλεπικοινωνιών China Mobile Ltd να επεκταθεί στην αμερικανική αγορά. Υπό την πίεση μελών του Κογκρέσου, η ΑΤ&Τ αναγκάστηκε προ ημερών να εγκαταλείψει το σχέδιό της να προσφέρει στην πελατεία της τηλεφωνικές συσκευές της Huawei. Σύμφωνα πάντα με το Reuters, οι ίδιοι κύκλοι συνιστούν σε αμερικανικές επιχειρήσεις να διακόψουν όποιους δεσμούς έχουν είτε με τη Huawei είτε με την China Mobile, καθώς μπορεί να υπονομεύσουν τη δυνατότητά τους να συνεργαστούν με την αμερικανική κυβέρνηση. Σύμφωνα με τον Μάικλ Βέσελ, μέλος επιτροπής του Κογκρέσου για τον έλεγχο των σινοαμερικανικών σχέσεων, «η νέα γενιά ασύρματων επικοινωνιών έχει καθοριστικές επιπτώσεις στην οικονομία και στην εθνική ασφάλεια και οι επαφές με την Κίνα απαιτούν αυστηρή και συνεχή προσοχή».

Υπενθυμίζεται πως, στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, ο Αμερικανός πρόεδρος επέκρινε συστηματικά την Κίνα αλλά από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα, έχει επανειλημμένως εγκωμιάσει τον πρόεδρο Σι. Κι ενώ οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου έχουν τακτική επικοινωνία, τελευταία επικρατεί ένταση στις διμερείς σχέσεις καθώς το Πεκίνο αντιστέκεται στις επίμονες πιέσεις της Ουάσιγκτον για αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Βόρειας Κορέας ενώ ο Τραμπ ζητάει επίμονα παραχωρήσεις της Κίνας στις μεταξύ τους εμπορικές σχέσεις.

Υποβάθμιση από τον κινεζικό οίκο Dagong

Το αξιόχρεο της υπερδύναμης αμφισβητεί ο κινεζικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Dagong, που υποβάθμισε χθες το αμερικανικό χρέος στο επίπεδο ΒΒΒ+, θέτοντάς το στο ίδιο επίπεδο με εκείνο αναδυόμενων οικονομιών όπως του Περού, της Κολομβίας και του Τουρκμενιστάν. Ο εν λόγω οίκος επικαλέστηκε την υπερχρέωση των ΗΠΑ και το γεγονός ότι βασίζονται διαρκώς στην έκδοση νέου χρέους για την οικονομική τους ανάπτυξη. Στο σκεπτικό του ο οίκος Dagong κάνει ιδιαίτερη αναφορά στη φορολογική μεταρρύθμιση του Ντόναλντ Τραμπ καθώς αναμένεται να αυξήσει το αμερικανικό χρέος κατά 1,4 τρισ. δολάρια σε χρονικό ορίζοντα δεκαετίας, φτάνοντάς το στα 20 τρισ. δολάρια. Επισημαίνει μάλιστα πως «οι εκτεταμένες φοροαπαλλαγές μειώνουν άμεσα τις πηγές από τις οποίες μπορεί να χρηματοδοτήσει το χρέος της η αμερικανική κυβέρνηση, υπονομεύοντας τη δυνατότητά της να το αποπληρώσει». Σύμφωνα, πάντως, με τον Κρίστοφερ Μπάλντινγκ, επισκέπτη καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Peking University HSBC της Σεντζέν, η υποβάθμιση του αμερικανικού χρέους «απλούστατα δεν δικαιολογείται, αν δει κανείς τους αριθμούς». Οπως τονίζει, «τελευταία η αμερικανική οικονομία τα πηγαίνει πολύ καλά». Εξάλλου, οι αναγνωρισμένοι σε όλη τη Δύση οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch, Moody’s Investors δίνουν στις ΗΠΑ τη μεγαλύτερη βαθμολογία του ΑΑΑ και η S&P λίγο χαμηλότερη και συγκεκριμένα ΑΑ+. Παρά τη θετική αξιολόγησή τους, όμως, οι τρεις αυτοί οίκοι έχουν εκφράσει προβληματισμούς για την αμερικανική οικονομία ανάλογους με εκείνους του κινεζικού οίκου.