ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το σχέδιο για υποθαλάσσια αποθήκη φυσικού αερίου

to-schedio-gia-ypothalassia-apothiki-fysikoy-aerioy-2291546

Σε πρώτο πλάνο στο πρόγραμμα του ΤΑΙΠΕΔ για το 2019 μπαίνει το σχέδιο αξιοποίησης του εξαντλημένου κοιτάσματος φυσικού αερίου στη νότια Καβάλα ως υπόγειας αποθήκης φυσικού αερίου. Το σχέδιο, που είχε «παγώσει» το 2015, επανέρχεται και, στον βαθμό που καταφέρει να υλοποιηθεί, θα συμπληρώσει το clasters των στρατηγικής σημασίας υποδομών που αναπτύσσονται στη Βόρεια Ελλάδα, δηλαδή των αγωγών Tap και IGB και του τερματικού σταθμού υγροποιημένου φυσικού αερίου Αλεξανδρούπολης, που μαζί με τον αναβαθμισμένο τερματικό σταθμό LNG της Ρεβυθούσας προσδίδουν στη χώρα ρόλο διαμετακομιστή φυσικού αερίου.

Το έργο της υπόγειας αποθήκης Καβάλας με εκτιμώμενο προϋπολογισμό περίπου 240 εκατ. ευρώ και ενεργό διακινούμενο όγκο αερίου 360 εκατ. κ.μ. (με προοπτική να διπλασιαστεί) έχει ήδη ενταχθεί στη λίστα των έργων Κοινού Ευρωπαϊκού Ενδιαφέροντος (PCI), γεγονός που τονίζει και τη σημασία του για την ασφάλεια εφοδιασμού της ευρωπαϊκής αγοράς. Παράλληλα, καθιστά εφικτή την πρόσβαση σε χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους, όπως η δανειοδότηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, αλλά και πρόσθετες επιχορηγήσεις ανάλογα με το καθεστώς που θα επιλεγεί για τη λειτουργία της υπόγειας αποθήκης.

Με την έναρξη του νέου έτους, ΤΑΙΠΕΔ και συναρμόδια υπουργεία θα σχεδιάσουν τα επόμενα βήματα για την υλοποίηση της πρώτης στη χώρα υπόγειας αποθήκης φυσικού αερίου. Με κοινή υπουργική απόφαση των υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Οικονομικών θα καθοριστεί το επενδυτικό σχήμα για την αξιοποίηση της υπόγειας αποθήκης, καθώς και το θεσμικό πλαίσιο που θα διέπει τη λειτουργία της. Οι παράμετροι που θα επιλεγούν, όπως τόνισε προσφάτως παρουσιάζοντας το project σε ενεργειακό συνέδριο η εκπρόσωπος της ΡΑΕ Νεκταρία Καρακατσάνη, θα επηρεάσουν τον τρόπο υλοποίησης του έργου αλλά και τις χρεώσεις χρήσης που θα προκύψουν. Το νομοθετικό πλαίσιο, σύμφωνα με την κ. Καρακατσάνη, θα προσδιορίσει παράλληλα τη διαδικασία αλλά και τις προϋποθέσεις παραχώρησης της χρήσης, της ανάπτυξης και της εκμετάλλευσης της νέας υποδομής, καθώς και τους όρους της διαγωνιστικής διαδικασίας.

Το ποσοστό συμμετοχής του ΔΕΣΦΑ, καθώς και το εάν το έργο θα αναπτυχθεί ως τμήμα του εθνικού συστήματος (ΕΣΦΑ) ή αυτόνομα ως ανεξάρτητο σύστημα (ΑΣΦΑ) είναι από τις κρίσιμες αποφάσεις που θα πρέπει να λάβουν τα συναρμόδια υπουργεία σε συνεργασία με το ΤΑΙΠΕΔ. Αυτό γιατί το ρυθμιστικό πλαίσιο των δύο αυτών επιλογών (ΕΣΦΑ ή ΑΣΦΑ) είναι διαφορετικό και αναλόγως επιτρέπει τη μετακύλιση του κόστους υποδομής πλήρως ή εν μέρει στους καταναλωτές φυσικού αερίου ή εναλλακτικά ανακτάται από τους χρήστες της υπόγειας αποθήκης μέσω των χρεώσεων που θα καταλογίζονται για τις υπηρεσίες που τους παρέχονται. Μια κρίσιμη συνιστώσα για την οικονομική βιωσιμότητα του έργου είναι και η προσέγγιση που θα υιοθετηθεί σχετικά με την ελεύθερη πρόσβαση τρίτων στην υπόγεια αποθήκη ή τη χορήγηση εξαίρεσης από αυτήν. Στο καθεστώς της ελεύθερης πρόσβασης, το έργο έχει τη δυνατότητα να λάβει επιχορήγηση από τον μηχανισμό χρηματοδότησης Connecting Europe Facility (CEF) για μελέτες ή έργα. Στην περίπτωση που επιλεγεί το καθεστώς εξαίρεσης από την πρόσβαση τρίτων, για τμήμα ή το σύνολο της υποδομής, τα απαραίτητα κεφάλαια διασφαλίζονται μέσω των μακροχρόνιων συμβολαίων που συνάπτουν τα ενδιαφερόμενα μέρη για τη εξασφάλιση δυναμικότητας. Ανεξάρτητα πάντως από το καθεστώς πρόσβασης που θα εφαρμοστεί, το έργο διατηρεί τη δυνατότητα να χρηματοδοτηθεί από ευρωπαϊκά κονδύλια.

Τα κρίσιμα βήματα για την κατασκευή στη νότια Καβάλα

Η εκπόνηση λεπτομερούς τεχνικοοικονομικής μελέτης και η προετοιμασία των τευχών δημοπράτησης για τον διαγωνισμό αποτελούν τα επόμενα κρίσιμα βήματα στον σχεδιασμό για την κατασκευή της υπόγειας αποθήκης φυσικού αερίου στη νότια Καβάλα. Η μελέτη αναμένεται να οριστικοποιήσει τις τεχνικές παραμέτρους, όπως τον αποθηκευτικό χώρο του κοιτάσματος, τον ρυθμό πλήρωσής του, τον ρυθμό έγχυσης αερίου από την αποθήκη στο εθνικό σύστημα, καθώς και τις τεχνικές προδιαγραφές της εγκατάστασης. Θα προσδιορίσει, επίσης, το κόστος της επένδυσης, το κόστος για το μη αντλήσιμο αέριο και το λειτουργικό κόστος της εγκατάστασης. Τα οικονομικοτεχνικά αυτά μεγέθη είναι απαραίτητα για την κατάρτιση επιχειρησιακού πλάνου για την υποδομή της υπόγειας αποθήκης και τον καθορισμό της τιμολογιακής πολιτικής.

Η υλοποίηση του σχεδίου υπόγειας αποθήκης Καβάλας αναμένεται να συμβάλει καθοριστικά τόσο στην ασφάλεια εφοδιασμού της χώρας σε φυσικό αέριο όσο και στην ενίσχυση του ρόλου της ως διαμετακομιστικού κέντρου. Το ελληνικό σύστημα φυσικού αερίου στηρίζεται σήμερα σε ποσοστό 75% στην τροφοδοσία του από αέριο που διέρχεται από αγωγούς, ενώ οι εγκαταστάσεις της Ρεβυθούσας μπορούν να διασφαλίσουν αποθέματα για περιορισμένες ημέρες. Η υπόγεια αποθήκη της Καβάλας μπορεί να εξασφαλίσει στρατηγικά αποθέματα για τη χώρα και να ενισχύσει τη λειτουργία της Ρεβυθούσας και μελλοντικά του τερματικού σταθμού Αλεξανδρούπολης και τον στρατηγικό τους ρόλο για την τροφοδοσία των Βαλκανίων, αφού θα μπορούν να διαθέτουν μέσω των νέων αγωγών μεγαλύτερες ποσότητες φυσικού αερίου. Τόσο η εν λόγω υποδομή όσο και τα υπό σχεδιασμό συστήματα διαμετακόμισης φυσικού αερίου, τα οποία προβλέπεται να διέλθουν μέσω της ελληνικής επικράτειας, αναμένεται να αναβαθμίσουν ουσιαστικά τον ενεργειακό γεωστρατηγικό ρόλο της χώρας.

Το υποθαλάσσιο κοίτασμα της νότιας Καβάλας ανακαλύφθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, στο πλαίσιο των ερευνών και των γεωτρήσεων της ευρύτερης περιοχής του Πρίνου. Η εκμετάλλευση του κοιτάσματος ξεκίνησε το 1981 και το μέγιστο της παραγωγής του έφθασε τα 250.000 κυβικά μέτρα/ ημέρα την περίοδο 1989-1991. Η παραγωγή ήταν προσαρμοσμένη στις ανάγκες του τοπικού εργοστασίου λιπασμάτων της Βιομηχανίας Φωσφορικών Λιπασμάτων, αφού μέχρι τότε δεν υπήρχαν υποδομές και αγορά φυσικού αερίου στην Ελλάδα. Οι πρώτες συζητήσεις για την αξιοποίησή του ως αποθήκης φυσικού αερίου ξεκίνησαν το 2010 μεταξύ υπουργείου Ενέργειας και Εnergean Oil, η οποία διαθέτει άδεια εκμεταλλεύσεως βάσει σύμβασης παραχώρησης με το ελληνικό Δημόσιο από το 1999, οπότε τα κοιτάσματα Πρίνου και νότιας Καβάλας παραχωρήθηκαν στην Kαβάλα Οϊλ.