ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η μεγάλη αναμέτρηση

i-megali-anametrisi-2302984

Ο​​ι εκλογές του Μαΐου για το Ευρωκοινοβούλιο έχουν τούτη τη φορά πολύ ξεχωριστή σημασία. Διότι σήμερα η Ευρώπη βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού, αντιμετωπίζοντας δύο βασικά υπαρξιακά προβλήματα.

Το πρώτο είναι εάν θα διατηρηθεί ως ενιαία οντότητα. Με ευημερία, με δημοκρατία και προοπτική. Φαίνεται ότι συζητάμε το αυτονόητο, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Δυστυχώς, πρόκειται για αρκετά δύσκολη υπόθεση στη συνέχεια. Το δεύτερο πρόβλημα είναι εάν η Ευρώπη θα αποκτήσει το απαιτούμενο βάρος ενός διεθνούς παίκτη στην παγκόσμια σκηνή.

Εάν θα έχει λόγο και θα επηρεάζει τις εξελίξεις με βάση και τα δικά της συμφέροντα ή εάν θα είναι αύριο κομμάτι του μενού στο τραπέζι των δύο υπερδυνάμεων, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Η ανάδειξή της σε διεθνή παίκτη, προϋποθέτει ωστόσο τη συνοχή πάλι και την ενότητα.

Οι ευρωεκλογές λοιπόν και κυρίως οι εξελίξεις που θα δρομολογηθούν από αυτές για την πορεία, τον χαρακτήρα και το μέλλον της οικονομικής και της πολιτικής Ευρώπης αποκτούν δυνάμει τεράστιο ενδιαφέρον. Υπάρχουν πολλά στοιχεία κρίσιμα στις εκλογές αυτές, τα οποία θα προσδιορίσουν την επόμενη ημέρα.

Το πρώτο σημαντικό είναι πόσοι θα είναι οι Ευρωπαίοι πολίτες που θα πάνε στις κάλπες να ψηφίσουν για την ανάδειξη των νέων ευρωβουλευτών. Πόσοι δηλαδή θα δώσουν το «παρών» συμμετοχής και πόσοι δυσαρεστημένοι ή απογοητευμένοι πολίτες από τα ευρωπαϊκά δρώμενα θα γυρίσουν την πλάτη τους σε αυτή την άμεση διαδικασία. Διότι, κακά τα ψέματα, όλες οι αποφάσεις στην Ευρώπη λαμβάνονται ερήμην των πολιτών της, από τους ηγέτες ουσιαστικά των ισχυρότερων κρατών. Αυτοί όμως δεν λογοδοτούν στους Ευρωπαίους πολίτες, λογοδοτούν μόνο στους ψηφοφόρους εντός των εθνικών τους συνόρων και με γνώμονα αυτούς λαμβάνουν τις αποφάσεις. Ετσι, στις προηγούμενες ευρωεκλογές το ποσοστό της αποχής ξεπέρασε το 55%, πράγμα που θεωρήθηκε επικίνδυνα υψηλό. Εάν, για παράδειγμα, τώρα το ποσοστό αυτό διογκωθεί ασύμμετρα, θα πρόκειται για αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού project και περαιτέρω απoνομιμοποίηση των αποφάσεων που λαμβάνονται στο ανώτατο επίπεδο.

Το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο είναι το ίδιο το αποτέλεσμα των εκλογών. Ποια θα είναι η διαφορά στην αναμέτρηση μεταξύ του άτυπου συνασπισμού των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων, από τη μία, και του μπλοκ των αντιευρωπαϊκών και εθνικιστικών κομμάτων, από την άλλη. Εχει μικρή σημασία αυτή τη φορά τι ποσοστά θα πάρουν οι Χριστιανοδημοκράτες, οι Σοσιαλδημοκράτες ή οι Φιλελεύθεροι. Το μείζον είναι τι ποσοστά θα κερδίσουν οι φιλοευρωπαϊστές και τι θα αποσπάσουν οι αντιευρωπαστές! Εάν καταγραφεί, όπως τουλάχιστον προβλέπεται στις δημοσκοπήσεις, θεαματική σε σχέση με το παρελθόν άνοδος των ακραίων και λαϊκιστικών δυνάμεων που αντιστρατεύονται και το κράτος δικαίου και την ενιαία προοπτική της Ε.Ε., τότε τα πράγματα θα γίνουν πιο σκοτεινά για το μέλλον. Θα είναι σαν να έχει κοπεί η Ευρώπη στα δύο. Οι φυγόκεντρες δυνάμεις θα επιταχυνθούν και θα επιβραδυνθούν αναπόφευκτα οι πρωτοβουλίες της ενοποίησης. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι τα αντιευρωπαϊκά κόμματα ενδεχομένως να πάρουν την πρωτιά στην Ιταλία, στην Αυστρία, στην Πολωνία, στην Ουγγαρία, αλλά και στη Γαλλία, που αποτελεί την καρδιά της Ευρώπης.

Το τρίτο αναμφίβολα ζήτημα είναι ποια θα είναι η σύνθεση της επόμενης Κομισιόν. Ποιος θα είναι ο νέος συσχετισμός δυνάμεων στο ίδιο το κορυφαίο υπερεθνικό όργανο, το οποίο αποτελεί και το ισχυρό μοτέρ της ενοποίησης. Υπενθυμίζεται ότι τους επιτρόπους τούς διορίζουν οι εθνικές κυβερνήσεις, αμέσως μετά τις ευρωεκλογές, κάθε πέντε χρόνια.

Μεταξύ του 2014 και του 2019, όμως, πολλές κυβερνήσεις άλλαξαν χέρια. Και σε αρκετά κράτη-μέλη, οι συνασπισμοί των κομμάτων που κυβερνούν αποτελούν και εκφράζουν δυστυχώς το αντιευρωπαικό στρατόπεδο. Πώς αλήθεια, λοιπόν, μία επίσης διχασμένη Κομισιόν μπορεί να αποτελέσει στη συνέχεια την εμπροσθοφυλακή του ευρωπαϊκού εγχειρήματος; Μεγάλο εμπόδιο.