ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φοροδοξίες: Γνωρίζετε ότι…

5-10-euro--2

Στη στήλη της προηγούμενης εβδομάδας, αναφερθήκαμε σε κάποια νομοθετήματα φορολογικού ενδιαφέροντος που επικρίνονται συχνά για το αρνητικό αναπτυξιακό τους πρόσημο, ενώ αποφέρουν πολύ χαμηλά ή μηδαμινά φορολογικά έσοδα. Παρακάτω ακολουθούν κάποιες πρόσθετες διατάξεις που προβληματίζουν για τους παραπάνω λόγους…

Η έλλειψη κινήτρων για stock options και λοιπές παροχές σε είδος: Η συντριπτική πλειονότητα των παροχών σε είδος που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι είναι φορολογούμενες στο σύνολό τους ως εισόδημα από μισθωτή εργασία. Ο δε θεσμός των δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς μετοχών (stock options) έχει αποτύχει στην Ελλάδα, λόγω της πλήρους φορολόγησης του οφέλους του εργαζομένου ως μισθού. Οι παροχές σε είδος αυξάνουν την παραγωγικότητα των εργαζομένων και ιδιαίτερα τα κίνητρα συμμετοχής στα κέρδη (όπως και η προαίρεση αγοράς μετοχών σε χαμηλότερη τιμή) τονώνουν το αίσθημα ανταμοιβής και τον δείκτη ικανοποίησης των εργαζομένων. Συνεπώς, η διεύρυνση των απαλλαγών θα βοηθούσε τον θεσμό των παροχών σε είδος να λειτουργήσει ουσιαστικά και με αναπτυξιακό τρόπο.

Η νομοθεσία περί φορολογικής κατοικίας φυσικών προσώπων: Οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος για τα φυσικά πρόσωπα προβλέπουν ότι ένα άτομο είναι υπόχρεο σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα για το παγκόσμιο εισόδημά του, εφόσον υπερβαίνει τις 183 ημέρες εντός της χώρας. Παρά το γεγονός ότι το κριτήριο αυτό είναι καταρχήν σύμφωνο με τη διεθνή πρακτική, δεν υιοθετούνται βέλτιστες πρακτικές που ισχύουν σε πολλές χώρες (π.χ. Ελβετία, Κύπρος, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία), για τη φορολόγηση μη κατοίκων διαμενόντων με ευνοϊκότερο τρόπο, προς ενίσχυση τόσο των εισερχόμενων επενδύσεων, όσο και διεύρυνση της φορολογικής βάσης.

Το τεκμαρτό εισόδημα από ιδιόχρηση ακινήτων: Η συγκεκριμένη νομοθετική πρόβλεψη αποτελεί φορολογικό απολίθωμα χωρίς δημοσιονομικό ενδιαφέρον, ιδιαίτερα από το 2014 που καταργήθηκε ο συμπληρωματικός φόρος στα ακίνητα. Πλέον διατηρείται μόνο για λόγους λογιστικής απεικόνισης και δεν έχει πρακτικό ενδιαφέρον.

Η φορολόγηση κεφαλαιακών κερδών (capital gains) μαζί με τα λοιπά εταιρικά κέρδη: Στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης η υπεραξία που αποκτά μία εταιρεία από την πώληση συμμετοχής της που βρίσκεται είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, απαλλάσσεται εφόσον η συμμετοχή υπερβαίνει το 10% και διακρατείται για περισσότερο από ένα ελάχιστο διάστημα. Αντίθετα, στην Ελλάδα φορολογείται με τις γενικές διατάξεις με 28%, δίνοντας σημαντικό αντικίνητρο για τη δημιουργία εταιρειών συμμετοχών (holding companies) στο εσωτερικό της χώρας.

Τα τεκμήρια διαβίωσης: Τα τεκμήρια διαβίωσης εν όλω ή εν μέρει αποτελούν έναν αναχρονιστικό τρόπο προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος και συχνά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική φοροδοτική ικανότητα. Ενώ πρωτοκαθιερώθηκαν το 1978 για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, παρέχοντας μια ένδειξη –και όχι απόδειξη– της φοροδοτικής ικανότητας, εξελίχθηκαν σε τρόπο επιβολής φόρου. Χαρακτηριστικά, η επιβολή τεκμηρίων είναι άδικη σε περιπτώσεις κατοικιών που προέρχονται από κληρονομιά, καθώς συνεπάγεται κληρονόμοι με πολύ χαμηλά πραγματικά εισοδήματα να φορολογούνται παραδόξως με πολύ υψηλά τεκμαρτά. Η πρόοδος στη μηχανοργάνωση αλλά και στις μεθόδους ελέγχου της φορολογικής διοίκησης επιτρέπει πλέον τη σταδιακή κατάργησή τους και αντικατάσταση των τεκμηρίων με ουσιαστικές διασταυρώσεις πραγματικών περιουσιακών στοιχείων.

Οι δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων («Πόθεν έσχες»): Δεδομένου ότι το ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο βρίσκεται σε τροχιά ολοκλήρωσης (με την ενοποίηση των διαφόρων βάσεων δεδομένων), η φορολογική αρχή θα έχει σταδιακά πλήρη εικόνα για τα περιουσιακά στοιχεία όλων των φυσικών προσώπων. Είναι απορίας άξιον με αυτό το δεδομένο γιατί πρέπει να δηλώνονται ετησίως οι δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, να υπολογίζεται ανάλωση κεφαλαίου από ειδικούς φοροτεχνικούς και να αναζητούνται κάθε χρόνο δικαιολογητικά από χιλιάδες φορολογουμένους για έλεγχο στις τοπικές ΔΟΥ. Αντίθετα, με τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου, που αποτελούν πραγματικότητα εδώ και αρκετά χρόνια, είναι πολύ εύκολο για τις φορολογικές αρχές να διαπιστώσουν από μόνες τους απόκλιση μεταξύ δηλωθέντων εισοδημάτων και αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων. Η σταδιακή κατάργηση του θεσμού των δαπανών απόκτησης περιουσιακών στοιχείων είναι εφικτή και θα ωφελήσει εντέλει την οικονομία και τα δημόσια έσοδα.

ΠΗΓΗ: GrantThornton