ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ιδιωτικοποιήσεις: τέχνη και τεχνική για να γίνουν οι επιτυχημένες του ιδιωτικού τομέα

Με τις ιδιωτικοποιήσεις να έρχονται δριμύτερα στο προσκήνιο, ως αποτέλεσμα κυβερνητικής βούλησης και οικονομικής πραγματικότητας, το θέμα θα πρέπει να μας απασχολήσει εκ νέου σε πρακτικό επίπεδο. Οι εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία τον τελευταίο χρόνο και τα «επεισόδια» με επιχειρήσεις που κατέληξαν να επανεθνικοποιηθούν, αποδεικνύουν ότι οι ιδιωτικοποιήσεις είναι πολύπλοκη υπόθεση. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά την περίπτωση του βρετανικού σιδηροδρομικού δικτύου, της εταιρείας Railtrack, μια αποτυχημένη ιδιωτικοποίηση, το αποτέλεσμα της οποίας είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό, καθώς σημειώθηκε στη «Μέκκα» των ιδιωτικοποιήσεων, τη Βρετανία. Εξίσου μεγάλη αναστάτωση δημιούργησε η ιδιωτικοποίηση της αγοράς ενέργειας στην πολιτεία της Καλιφόρνια, οι στρεβλώσεις της οποίας οδήγησαν φέτος το καλοκαίρι αυτήν την περιοχή των Ηνωμένων Πολιτειών σε έντονη ενεργειακή κρίση. Βεβαίως, ουδείς αμφισβητεί τη σκοπιμότητα και αναγκαιότητα των ιδιωτικοποιήσεων. Ωστόσο, όπως αναφέρει στην «K» ο διευθύνων σύμβουλος της διεθνούς εταιρείας συμβούλων επιχειρήσεων, Boston Consulting Group (BCG), Dr Νίκος Βρεττός, όλες οι διαδικασίες απαιτούν στρατηγικό σχεδιασμό και μελέτη για να επιτύχουν.

Υπάρχει «τέχνη» και «τεχνική» των ιδιωτικοποιήσεων ώστε αυτές να οδηγήσουν σε επιτυχημένες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Ο Dr Βρεττός επισημαίνει ότι άγνοια αυτής της τέχνης και τεχνικής εγκυμονεί τον σοβαρό κίνδυνο απογοητευτικών αποτελεσμάτων παρά τις καλές προθέσεις των υπευθύνων.

Κατ’ αρχήν, ο σχεδιασμός μιας ιδιωτικοποίησης θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν αν πρόκειται για μια επιχείρηση της οποίας η αγορά αποτελεί «φυσική ελεύθερη αγορά» (αερομεταφορές, χαλυβουργία κ.ά.) ή «φυσικό μονοπώλιο» (ενέργεια, σιδηροδρομικές μεταφορές κ.ά.). Κατά κανόνα, φυσικά μονοπώλια αποτελούν αγορές οι οποίες απαιτούν την ύπαρξη δικτύων για τη διανομή και διάθεση των προϊόντων τους, δίκτυα, των οποίων η δημιουργία απαιτεί υψηλές επενδύσεις, η συντήρησή τους συνεπάγεται υψηλό κόστος, συχνά δίκτυα τα οποία είναι και παραμένουν μοναδικά ή αποκλειστικά κυρίως διότι η ανάπτυξη παράλληλων υποδομών του είδους είναι ασύμφορη. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της σταθερής τηλεφωνίας σε αντίθεση με την κινητή. Το γεγονός, επισημαίνει ο Dr Βρεττός, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να ιδιωτικοποιηθούν και οι δύο αυτές αγορές. Σημαίνει, όμως, ότι η ιδιωτικοποίησή τους θα γίνει με διαφορετικούς ρυθμούς, ενώ στην περίπτωση ιδιαίτερα των ιδιωτικοποιήσεων εταιρειών, των οποίων οι αγορές αποτελούν φυσικά μονοπώλια, οι ιθύνοντες θα πρέπει πάντα να αποσκοπούν στη μεσο-μακροπρόθεσμη παράλληλη απελευθέρωση των αγορών αυτών μέσω της σταδιακής απορρύθμισής τους.

«Οταν οι ιδιωτικοποιήσεις γίνονται προγραμματισμένα και εν ολίγοις ορθά, τόσο αυτές όσο και το άνοιγμα των αγορών μπορούν να αποφέρουν τεράστια κοινωνικά και οικονομικά οφέλη. Για τις επιχειρήσεις, τα οφέλη αυτά συνοψίζονται στη βελτίωση της πρόσβασής τους σε κεφάλαια, στην επίσης βελτίωση της πρόσβασής τους σε νέες τεχνολογίες και στις διοικητικές ικανότητες του στρατηγικού επενδυτή καθώς και στην απελευθέρωσή τους από τα δεσμά της κρατικής γραφειοκρατίας και του καθεστώτος μονιμότητας των υπαλλήλων τους. Για τις χώρες που υλοποιούν ιδιωτικοποίησεις, τα κύρια οφέλη είναι η έστω εφάπαξ εισροή κεφαλαίων στα δημόσια ταμεία, οι πόροι που εξοικονομούνται καθώς δεν τίθεται πλέον θέμα οικονομικής στήριξης των εν λόγω επιχειρήσεων και η δυνατότητα είσπραξης περισσότερων φόρων από τις ιδιωτικοποιήμενες και -τουλάχιστον θεωρητικώς- πιο δυναμικές πλέον εταιρείες. Τέλος, τα οφέλη για τους καταναλωτές είναι κατά κανόνα οφθαλμοφανή, τόσο λόγω της αναβάθμισης των υπηρεσιών ή αγαθών που προσφέρουν οι ιδιωτικές πλέον εταιρείες όσο και λόγω της ανάπτυξης συνθηκών ανταγωνισμού, που βοηθούν στη μείωση των τιμών» επισημαίνει ο Dr Βρεττός.

Σε γενικές γραμμές, τα προαναφερόμενα περιγράφουν με ακρίβεια τη σκοπιμότητα των ιδιωτικοποιήσεων. Ωστόσο, οι ακόλουθες παρατηρήσεις του ανώτατου στελέχους της BCG είναι εξίσου σημαντικές ίσως και πιο ουσιαστικές για την επιτυχία μιας ιδιωτικοποίησης. «Αν μία επιχείρηση είναι ζημιογόνος, η άμεση ιδιωτικοποίησή της δεν αποτελεί πάντα την καλύτερη επιλογή. Με επιτυχία στέφονται κατά κανόνα οι ιδιωτικοποιήσεις εταιρειών με σχεδιασμένη προοπτική, όπως ήταν η πρόσφατη ιδιωτικοποίηση της αγοράς αλουμινίου της Ισπανίας καθώς και του γερμανικού Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Είναι αναγκαίο οι ιδιωτικοποιήσεις να δομούνται με τρόπο τέτοιο, που να υποχρεούται ο στρατηγικός επενδυτής ή -ακόμη καλύτερα- να έχει κίνητρο να δεσμευθεί στην μακροπρόθεσμη ανάπτυξή της, μέσω της υλοποίησης νέων επενδύσεων, αντί να την εκμεταλλευθεί για να αποκομίσει άμεσα οικονομικά οφέλη. Αν δεν υπάρχει κίνητρο ανάπτυξης της επιχείρησης, ελλοχεύει ο κίνδυνος ο στρατηγικός επενδυτής να διαχωρίσει και να πουλήσει τα περιουσιακιά στοιχεία της αξίας -όπως είναι συνήθως η ακίνητη περιουσία της- αφήνοντας τις υπόλοιπες δραστηριότητές της να φθίνουν». Ο Dr Βρεττός επισημαίνει επίσης ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να επιδιώκουν τη δημιουργία συνθηκών «δημοπρασίας» των εταιρειών που ιδιωτικοποιούνται φροντίζοντας παράλληλα οι εν λόγω διαγωνισμοί να είναι πραγματικά ανοικτοί σε ξένους επενδυτές. Ετσι, διασφαλίζεται η προσέλκυση των πλέον σοβαρών επενδυτών και η μέγιστη πιθανότητα δημιουργίας προστιθέμενης αξίας στο μέλλον για την ιδιωτικοποιημένη επιχείρηση. Τέλος, είναι μέρος της τέχνης των ιδιωτικοποιήσεων να δομηθεί έτσι μία συμφωνία ώστε να μην περάσουμε από συνθήκες ενός κρατικού μονοπωλίου σε ένα ιδιωτικό μονοπώλιο. Αν η ιδιωτικοποίηση σημαίνει ότι ένας τομέας παροχής υπηρεσιών ή πραγωγής αγαθών ελέγχεται από μια εταιρεία ή αν έχει δημιουργηθεί ολιγοπώλιο, τότε πολλά από τα προαναφερόμενα οφέλη -κυρίως για τους καταναλωτές- δεν πρόκειται να υλοποιηθούν.

Η πρόσφατη εμπειρία, με ιδιωτικοποιήσεις που απέτυχαν παταγωδώς, οδηγεί στις ακόλουθες επισημάνσεις του Dr Βρεττού. Πρώτον, από το παράδειγμα των ιδιωτικοποιήσεων που επιχειρήθηκαν στη Ρωσία, καθίσταται σαφές ότι ελλείψει βασικών θεσμών οι ιδιωτικοποιήσεις είναι χαμένη υπόθεση. Στη Ρωσία και στο πλαίσιο μιας πολιτικής «θεραπείας σοκ» της οικονομίας, επιχειρήθηκαν στα μέσα της περασμένης δεκετίας ιδιωτικοποιήσεις χωρίς την ύπαρξη των απαραίτητων θεσμών, συχνά με νομοθετικά κενά. Αποτέλεσμα της γρήγορης αυτής προσέγγισης ήταν η κακή εκμετάλλευση της δημόσιας περιουσίας, κυρίως δε στους τομείς της ενέργειας, του φυσικού αερίου και του πετρελαίου, αλλά και συνολικά. Παρόμοιο παράδειγμα ύπαρξης νομοθετικών κενών υφίσταται και σήμερα, κυρίως σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Δεύτερον, παραδείγματα μετοχοποιήσεων και όχι ιδιωτικοποιήσεων από τις δυτικές οικονομίες αποδεικνύουν ότι ο συνεχιζόμενος έλεγχος των επιχειρήσεων από το κράτος δεν επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αναπτυχθούν δυναμικά στο πλαίσιο μιας ελεύθερης αγοράς. Ακόμη, έχει αποδειχθεί ότι ίσως είναι λάθος να ιδιωτικοποιούνται αγορές, όπως αυτή της ενέργειας στην πολιτεία της Καλιφόρνια, με το κράτος να επιβάλει ελέγχους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τροχοπέδη στην ανάπτυξη του κλάδου αποδείχθηκε η απόφαση της πολιτειακής κυβέρνησης να «προστατεύσει» το καταναλωτικό κοινό καθορίζοντας τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος. Τα επίπεδα των προκαθορισμένων τιμών αποτέλεσαν αντικίνητρο για τις επιχειρήσεις να αναπτύξουν νέες πηγές παραγωγής, ενώ τους αφαίρεσε τη δυνατότητα «καθοδήγησης» των καταναλωτών μέσω των αυξομειώσεων των τιμών αναλόγως της προσφοράς και της ζήτησης. Τρίτον, στη Βρετανία, η αποτυχία της ιδιωτικοποίησης του σιδηροδρομικού δικτύου συνδέεται άμεσα με την προβολή της απαίτησης εκ μέρους του κράτους ως προς την απόλυτη συνέπεια των δρομολογίων και μάλιστα ακόμη και την επιβολή οικονομικών κυρώσεων στην περίπτωση που υπήρχαν καθυστερήσεις, καθώς και με τον καθορισμό των τιμών. Ετσι, οι τρεις εταιρείες που λειτουργούσαν το δίκτυο επικεντρώθηκαν στην απλοποίηση των δραστηριοτήτων τους. Ωστόσο, η παράλληλη αύξηση των σιδηροδρομικών μεταφορών με τον περιορισμό του δικτύου δημιούργησε συνθήκες «μποτιλιαρίσματος», με αποτέλεσμα την υπερφόρτωση του δικτύου και όλα τα δεινά, όπως ατυχήματα, που ακολουθούν όταν ένα δίκτυο λειτουργεί οριακά.

Η πρώτη ιδιόκτητη στέγη