ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου: Ο νομοθέτης, το ΣτΕ και οι εισφορές των μη μισθωτών

ste

Οι ρυθμίσεις του Ν. 4387/2016 στηρίζονται στην παραδοχή ότι οι συντάξεις (εθνική και ανταποδοτική) υπολογίζονται ενιαία για όλες τις επαγγελματικές κατηγορίες εργαζομένων, το ίδιο και οι εισφορές. Ειδικότερα, η ανταποδοτική σύνταξη υπολογίζεται με βάση ποσοστά αναπλήρωσης επί των συντάξιμων αποδοχών, δηλαδή των μέσων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια της ασφάλισής του. Οι εισφορές υπολογίζονται επί του φορολογητέου εισοδήματος από την εργασία με ενιαίο ποσοστό 20%.

Το ΣτΕ έκρινε ότι οι μη μισθωτοί (αυτοαπασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες) που δεν έχουν εργοδότη καλούνται να συνεισφέρουν στο ασφαλιστικό κεφάλαιο πληρώνοντας 20% επί του εισοδήματός τους, ενώ οι μισθωτοί (και οι δημόσιοι υπάλληλοι) πληρώνουν μόλις το 1/3 (6,67%) αυτού του ποσοστού, δεδομένου ότι ο εργοδότης τους πληρώνει τα υπόλοιπα 2/3 (13,33%). Ολοι όμως λαμβάνουν τελικά την ίδια παροχή με βάση τις συντάξιμες αποδοχές και τα ποσοστά αναπλήρωσης που αντιστοιχούν στον χρόνο ασφάλισής τους. Επομένως, οι μη μισθωτοί επιβαρύνονται δυσανάλογα σε σχέση με τους μισθωτούς και δημοσίους υπαλλήλους, αφού συνεισφέρουν τριπλάσια από αυτούς.

Η συμμόρφωση του νομοθέτη αφορά τις εισφορές, αλλά επηρεάζει και τις παροχές, δεδομένου ότι η λογική του νόμου ήταν «ενιαίες εισφορές για ενιαίες παροχές». Ο τρόπος υπολογισμού των εισφορών για τους μη μισθωτούς αναμένεται να τροποποιηθεί σε εκτέλεση της απόφασης του ΣτΕ. Το ερώτημα είναι αν θα διατηρηθεί ο ενιαίος κανόνας υπολογισμού των παροχών ανεξάρτητος από τη βάση υπολογισμού και από το ποσοστό των εισφορών.

Η επιλογή του να μη διατηρηθεί ο ενιαίος κανόνας για τον υπολογισμό των παροχών σημαίνει ότι κάθε ομάδα (μισθωτοί και δημόσιοι υπάλληλοι αφενός και μη μισθωτοί αφετέρου) θα καταβάλλει διακριτές εισφορές και θα λαμβάνει διακριτές παροχές. Δημιουργούνται επομένως δύο μη συγκρίσιμες ομάδες ασφαλισμένων και για τον λόγο αυτό δεν τίθεται θέμα ίσης μεταχείρισης. Η επιλογή αυτή δεν συνάδει με την προσπάθεια όλων των κυβερνήσεων να δημιουργήσουν ενιαίους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και ενιαίους –κατά το δυνατόν– κανόνες ασφάλισης.

Η επιλογή του να διατηρηθεί ενιαίος κανόνας υπολογισμού των συντάξεων για μισθωτούς και μη μισθωτούς με διαφορετικές όμως εισφορές για τους μη μισθωτούς έχει περισσότερες εναλλακτικές δυνατότητες. Ειδικότερα:

Θα μπορούσε να προβλεφθεί ποσοστό εισφοράς επί του φορολογητέου εισοδήματός τους μικρότερο από το 20%. Αυτό έκανε ο Ν. 4578/2018, που μείωσε την εισφορά τους σε 13,33% και δεν φαίνεται να παραβιάζει την ίση μεταχείριση μισθωτών και μη μισθωτών.

Θα μπορούσε εναλλακτικά να θεσπισθεί διαφορετικό καθεστώς εισφορών, π.χ. με ασφαλιστικές κλάσεις και τεκμαρτές αποδοχές*, με διατήρηση του υφιστάμενου ενιαίου κανόνα χορήγησης των συντάξεων (συντάξιμες αποδοχές και ποσοστά αναπλήρωσης) και με ποσοστό εισφοράς μικρότερο του 20%. Για να τηρηθεί ο ενιαίος κανόνας υπολογισμού των συντάξεων, οι εισφορές των μη μισθωτών πρέπει να μετατρέπονται σε αποδοχές. Η μετατροπή γίνεται υπολογίζοντας ότι οι εισφορές αντιστοιχούν στο 20% του εισοδήματος, δηλαδή πολλαπλασιάζοντας τις εισφορές επί πέντε.

Η τρίτη λύση θα ήταν οι μισθωτοί και οι μη μισθωτοί να καταβάλλουν εισφορές επί διακριτής βάσεως υπολογισμού των εισφορών και με διαφορετικό ποσοστό και η σύνταξη να υπολογίζεται ενιαία, αλλά με βάση τις καταβληθείσες εισφορές. Στη λύση αυτή καταργούνται τα ποσοστά αναπλήρωσης και οι συντάξιμες αποδοχές. Οι εισφορές στους μισθωτούς και δημοσίους υπαλλήλους προκύπτουν με απλή αναγωγή, αφού ανέρχονται στο 20% των εισοδημάτων τους. Επομένως, διατηρείται το ενιαίο μέτρο και η λογική του Ν. 4387/2016.

Στην πραγματικότητα, η λύση αυτή είναι το αντίστροφο της αμέσως προηγούμενης, κατά την οποία μετατρέπονται οι εισφορές σε συντάξιμες αποδοχές. Παρουσιάζει όμως το πλεονέκτημα ότι είναι απλούστερη και ενθαρρύνει την ασφάλιση και την πληρωμή εισφορών, αφού κάθε ασφαλισμένος γνωρίζει τι εισφορές έχει πληρώσει και πώς υπολογίζεται με βάση τις εισφορές του η σύνταξή του. Το υφιστάμενο σύστημα υπολογισμού της σύνταξης με βάση τα ποσοστά αναπλήρωσης επί των συντάξιμων αποδοχών δεν κάνει τίποτε άλλο παρά έμμεσο υπολογισμό των πληρωμένων εισφορών, προκειμένου να υπολογισθεί στη συνέχεια το ποσόν της σύνταξης. Οι συντάξιμες αποδοχές και τα ποσοστά αναπλήρωσης είχαν καθιερωθεί στο παρελθόν, επειδή δεν υπήρχαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές και διευκόλυναν στον υπολογισμό της σύνταξης με βάση τις αποδοχές των τελευταίων ετών πριν από τη συνταξιοδότηση (για τις οποίες τηρούνταν αρχεία). Σήμερα με τις δυνατότητες της τεχνολογίας, τα εμπόδια αυτά έχουν ξεπεραστεί. Εξάλλου, ο υπολογισμός της σύνταξης με βάση τις εισφορές δεν εμποδίζει την ενίσχυση ομάδων ασφαλισμένων που έχουν χαμηλά εισοδήματα. Η ενίσχυση μπορεί να γίνει με βάση την αρχή της ασφαλιστικής αλληλεγγύης και ειδικότερα με μείωση των υψηλότερων συντάξεων σε κάποια θεμιτή κλίμακα. Επιπροσθέτως, αν στόχος είναι να παταχθεί η εισφοροδιαφυγή, υπερέχει σαφώς η σύνδεση της σύνταξης με τις εισφορές, διότι κάθε εργαζόμενος, ανεξάρτητα από το αν είναι μισθωτός ή όχι, έχει κίνητρο να καταβάλλονται οι εισφορές για να λάβει μεγαλύτερη σύνταξη. Διαχρονικά τα πρόστιμα για παραλείψεις σχετικά με την ασφάλιση δεν λύνουν ριζικά το πρόβλημα.

Ανεξάρτητα από την όποια επιλογή του νομοθέτη και δεδομένου ότι από πλευράς εσόδων κατ’ ανάγκην οι εισφορές αναμένεται να είναι ισοδύναμου αποτελέσματος, είναι κρίσιμο να γίνει κατανοητό ότι η ασφάλιση αφορά τον καθένα και ότι οι μικρές εισφορές έχουν ως αποτέλεσμα μικρές συντάξεις. Το επιχείρημα ότι οι ασφαλισμένοι θα συμπληρώσουν τη σύνταξή τους με αποταμίευση, επαγγελματική ασφάλιση ή και ιδιωτική ασφάλιση έχει μικρή μόνο αξία, διότι αυτό θα το κάνουν οι προνοητικοί και όσοι έχουν οικονομική δυνατότητα. Η ανάπτυξη ασφαλιστικής συνείδησης, η θέσπιση φορολογικών κινήτρων για την αποταμίευση και τη συμπληρωματική ασφάλιση και η αποκατάσταση της αξιοπιστίας του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, ώστε να αποδίδει συντάξεις ανάλογες με τις εισφορές, είναι περισσότερο αναγκαίες από ποτέ.

* Τα κριτήρια για τη διαμόρφωση των ασφαλιστικών κλάσεων μπορεί να στηρίζονται στον χρόνο άσκησης του επαγγέλματος, στο εισόδημα από την επαγγελματική δραστηριότητα, σε επιλογή του ασφαλισμένου με βάση το ποσόν των εισφορών που επιθυμεί να πληρώσει, σε συνδυασμό αυτών κ.λπ.

• Η κ. Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου είναι καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.