ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θολό το τοπίο για την ενοποίηση των συνδικαλιστικών συλλόγων τραπεζοϋπαλλήλων

Με επιφυλακτικότητα, αν όχι απολύτως αρνητικά, αντιμετωπίζεται από τους ίδιους τους συνδικαλιστές η πρωτοβουλία της ΟΤΟΕ να καλέσει, την εβδομάδα που ξεκινά, το πλήθος των συλλόγων στις Τράπεζες Εθνική, Alpha, Eurobank και Πειραιώς σε κύκλο συζητήσεων με στόχο τη δημιουργία ενός συνδικαλιστικού φορέα εντός του κάθε ομίλου.

Η ανακοίνωση της συγχώνευσης των Τραπεζών Εθνικής και Alpha αποτελεί στην παρούσα φάση την αιτία ανακίνησης ενός ζητήματος που απασχολεί επί έτη τα συνδικαλιστικά στελέχη και εντάθηκε μετά τη σταδιακή συγκέντρωση στον τραπεζικό κλάδο. Μάλιστα, η τοποθέτηση συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα στην ολοκλήρωση των διαδικασιών συγχώνευσης των συλλόγων (30 Ιουνίου 2002) παραπέμπει ευθέως στην ολοκλήρωση της νομικής συγχώνευσης των δύο μεγαλύτερων ελληνικών τραπεζών.

Ο δρόμος προς την ενοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων σίγουρα δεν είναι στρωμένος και με τις καλύτερες των προθέσεων εκ μέρους των διαφόρων συλλόγων. Αλλωστε, οι εντάσεις (στα όρια της σύρραξης) μεταξύ των συλλόγων της Ιονικής και της Alpha μετά την εξαγορά της πρώτης και των συλλόγων Εργασίας και Eurobank εξακολουθούν να δίνουν τον τόνο στις σχέσεις μεταξύ των συνδικαλιστών εντός του ίδιου ομίλου. Οι «ταμπέλες» παρά ο εποικοδομητικός διάλογος κυριάρχησαν, με τους συνδικαλιστές να χωρίζονται σε «κομματικούς» και «εργοδοτικούς» και να συμπαρασύρουν στα «χαρακώματα» και το προσωπικό των τραπεζών από τις οποίες προέρχονταν. Βέβαια, και οι διοικήσεις των τραπεζών έσπευσαν να εκμεταλλευθούν αυτή την κατάσταση, ενισχύοντας τις διαφοροποιήσεις προκειμένου σταδιακά να αποδυναμώσουν τα μη αρεστά συνδικαλιστικά στελέχη.

Επί της ουσίας, οι διαχωρισμοί αυτοί, κυρίως σε ψυχολογικό και προπαγανδιστικό επίπεδο, αλλά και οι, θεμιτές σε ένα βαθμό, φιλοδοξίες των συνδικαλιστικών στελεχών να ηγηθούν του χώρου τους αποτελούν τα ανυπέρβλητα εμπόδια για την ουσιαστική και τυπική ενοποίηση των συλλόγων στο εσωτερικό των ομίλων.

Η κατάσταση αυτή, μεγεθυμένη ανάλογα και με την οικονομική και πολιτική σημασία των δύο τραπεζών, τείνει να επαναληφθεί στη διαδικασία απορρόφησης της Alpha Bank από την Εθνική Τράπεζα. Οι σημαντικότερες μέχρι σήμερα πρωτοβάθμιες οργανώσεις του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα στο χρηματοπιστωτικό τομέα θα κληθούν να συνυπάρξουν σε ένα ενιαίο σχήμα με άγνωστο επί του παρόντος χαρακτήρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα στελέχη της Alpha έσπευσαν να υποβαθμίσουν τη σημασία της πρωτοβουλίας της ΟΤΟΕ, χαρακτηρίζοντάς την άκαιρη. «Είναι μια άστοχη ενέργεια», σημείωνε στέλεχος της τράπεζας, «δεδομένου ότι οι ίδιες οι τράπεζες παραμένουν ακόμη ανεξάρτητες και η απόσταση που χωρίζει, εργασιακά και ασφαλιστικά, τους εργαζόμενους των δύο ομίλων είναι σημαντική».

Πάντως, η πλευρά της Alpha, μέσα και από τις ανακοινώσεις του επικεφαλής του συλλόγου κ. Τάσου Γκιάτη, δεν παύει να αναφέρεται σε «κρατικοδίαιτους και κομματικούς συνδικαλιστές», επιχειρώντας να ενισχύσει τις διαχωριστικές γραμμές. Επί του παρόντος, λοιπόν, και παρά την «ψύχραιμη» στάση του προέδρου του συλλόγου της Εθνικής (ΣΥΕΤΕ) κ. Σταύρου Γκιάτη, οι πιθανότητες σύγκρουσης των δύο συλλόγων είναι πολύ περισσότερες από τις πιθανότητες αυτοί να συνεργασθούν. Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, η στρατηγική άμυνας που θα υιοθετήσει ο σύλλογος της Alpha έναντι στον μεγαλύτερο σε αριθμό μελών ΣΥΕΤΕ, προβλέπει τη διατήρηση της αυτονομίας του και τον περιορισμό του κινδύνου εκφυλισμού του. «Δεν θα σπεύσουμε όπως οι εργαζόμενοι της Ιονικής να εγγραφούμε στον μεγαλύτερο σύλλογο», υπογραμμίζεται. Ο σύλλογος θα επιδιώξει να διατηρήσει τη λειτουργία του ως συνεκτικό μπλοκ και να εκμεταλλευθεί τις διαφωνίες των παρατάξεων εντός του ΣΥΕΤΕ ώστε να εμφανισθεί ως ο πλέον μαζικός.

Ωστόσο, η κυβέρνηση, εάν θέλει όντως να μετατρέψει το ΙΚΑ από προνοιακό σε ασφαλιστικό οργανισμό, πρέπει να επιλύσει το οργανικό πρόβλημα της χρηματοδότησης του συστήματος. Διότι, ναι μεν χρηματοδοτεί ο κρατικός προϋπολογισμός το σύστημα, αλλά με άνισο τρόπο, αφού για 362.000 συνταξιούχους του Δημοσίου καταβάλλει 1,2 τρισ. δρχ., ενώ για τους 1.200.000 δικαιούχους του ΙΚΑ δίδει μόνο 200 δισ. δρχ.