ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Διαφοροποιήσεις των κρατών-μελών της Ε.Ε. ως προς την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας

Η δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς ηλεκτρισμού, μπορεί το 1996 που μορφοποιήθηκε θεσμικά να φάνταζε για κάποιους μεγαλόπνοος στόχος, χρειάστηκαν ωστόσο μόνο τρία χρόνια για να αποδειχτεί ότι απλώς επρόκειτο για έναν συντηρητικό σχεδιασμό, αφού η δυναμική της στην πράξη ξεπέρασε τους αρχικούς στόχους. Από τον Φεβρουάριο του 1999 που τέθηκε σε ισχύ το πλαίσιο για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού, οι στόχοι που η Ε.Ε. έθεσε αρχικά για το σταδιακό άνοιγμα της αγοράς, έχουν ξεπεραστεί κατά πολύ στο σύνολο σχεδόν των κρατών-μελών της Ε.Ε. (με εξαίρεση τη Γαλλία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα) και οι αρμόδιες υπηρεσίες αναπροσαρμόζουν τις εισηγήσεις τους για το χρονοδιάγραμμα της πλήρους απελευθέρωσης της αγοράς στην κατεύθυνση της επίσπευσής της.

Ιδιωτικό ενδιαφέρον

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Κομισιόν, που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια των διήμερων εργασιών του 6ου Εθνικού Συνεδρίου «Ενέργεια & Ανάπτυξη», το οποίο διοργανώνει η εταιρεία ΔΗΛΟΣ Επικοινωνίες Α.Ε. και το περιοδικό «Ενέργεια», στο σύνολο της Ε.Ε. έχει απελευθερωθεί το 65% της αγοράς ηλεκτρισμού (με αρχικό στόχο το 30%) και το 79% της αγοράς φυσικού αερίου (με αρχικό στόχο το 20%). Η Γαλλία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα βρίσκονται στα όρια του ελάχιστα αποδεκτού, ενώ ειδικά για τη χώρα μας η απελευθέρωση παραμένει θεσμική, παρά το τεράστιο ιδιωτικό ενδιαφέρον για επενδύσεις που έχει εκδηλωθεί. Ολες οι χώρες που προχώρησαν στην απελευθέρωση απολαμβάνουν ήδη οφέλη από τη μείωση των τιμών σε όλες τις κατηγορίες τιμολογίων, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ολλανδία, στις οποίες τις ώρες αιχμής η τιμή του βιομηχανικού ρεύματος αυξήθηκε, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία που αρμόδιοι παράγοντες μετέφεραν στο Συνέδριο.

Οι ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας, οι επιλογές των μοντέλων προσαρμογής στο καθεστώς της απελευθέρωσης αλλά ακόμα και η γεωγραφική της θέση, αποτελούν παράγοντες που διαφοροποιούν σημαντικά το ποσοστό ανοίγματος της αγοράς της κάθε χώρας αλλά και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής. Η Ευρώπη, έχει αποφύγει ακραία φαινόμενα όπως αυτά της Καλιφόρνιας, εμφανίζει ωστόσο ως ενιαία αγορά τεράστιες διαφοροποιήσεις που δημιουργούν προσκόμματα στην ολοκλήρωση του αρχικού οράματος, τα οποία μάλιστα θα μπορούσαν να εξελιχτούν ακόμη και σε παράγοντες αποσταθεροποίησης του όλου εγχειρήματος. Από τα πλέον ενδιαφέροντα θέματα που αναπτύχθηκαν στο Συνέδριο «Ενέργεια και Ανάπτυξη» είναι αυτό του διασυνοριακού εμπορίου ηλεκτρικής ενέργειας και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με την εισήγηση του εκπροσώπου της EDFTrading Limited, London κ. Νίκου Φρυδά, η Ε.Ε. καταρτίζει έναν κανονισμό για το διασυνοριακό εμπόρι, ο οποίος ουσιαστικά θα απαντά στα θέματα των τελών, (ποιος και τι θα πληρώνει για τη χρήση των δικτύων) της διασύνδεσης συμφορήσεων και της αύξησης δυνατότητας διασυνδέσεων. Οι διασυνδέσεις είναι περιορισμένης ισχύος, η οποία και διεκδικείται από πλήθος εμπόρων και παραγωγών, προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας.

Κριτήρια

Λόγω συνωστισμού δεν μπορούν ταυτόχρονα να περνάνε όλοι οι ενδιαφερόμενοι παίκτες και έτσι προκύπτει η ανάγκη καθιέρωσης ενός τέλους, αλλά και σειράς προτεραιότητας, τα κριτήρια της οποίας αναζητούνται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των δυσμενών αποτελεσμάτων που δημιουργεί αυτός ο συνωστισμός, είναι η περίπτωση της διασύνδεσης ισχύος Βελγίου-Ολλανδίας, η οποία δίνει τη δυνατότητα για μεταφορά ισχύος 15.000 MW, η οποία όμως περιορίζεται στα 2,5 χιλιάδες MW. Μεταξύ των προτάσεων που εξετάζονται είναι η υποχρέωση της κάθε χώρας να δημοσιεύει την διαθέσιμη ικανότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας των δικτύων της σε βάθος ενός χρόνου, ταυτόχρονα με την καθιέρωση ενός τέλους για τη χρήση των δικτύων και τη δημιουργία ενός Κοινού Ταμείου Διαχείρισης Διασυνοριακών συναλλαγών, στο οποία θα κατατίθενται τα έσοδα από τα τέλη που θα πληρώνουν οι εξαγωγείς και θα ανακτώνται από τις χώρες που θα διαθέτουν τα δίκτυά τους κατά το ποσό που τους αντιστοιχεί.