ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η απάντηση των τραπεζών στην απειλή του αναβαλλόμενου φόρου

trapeza-elladas-orthia

Αυτό που κάποτε ήταν μια βαθιά κεφαλαιακή ανάσα για τις τράπεζες, ο αναβαλλόμενος φόρος, έγινε, εξαιτίας της πανδημίας, ένας πρόσθετος πονοκέφαλος για τις διοικήσεις τους. Ο νόμος για την αναβαλλόμενη φορολογία προβλέπει ότι, σε περίπτωση που μια τράπεζα εμφανίσει ζημία από τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα –και όχι σε επίπεδο ομίλου–, θα πρέπει υποχρεωτικά να προχωρήσει σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και, στον βαθμό που η αύξηση δεν καλυφθεί από τους υφιστάμενους μετόχους, θα καλυφθεί από το Δημόσιο.

Γι’ αυτό, «κλειδί» στα επιχειρησιακά πλάνα των τεσσάρων συστημικών τραπεζών είναι η περιφρούρηση της κερδοφορίας, ούτως ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος μιας ζημιογόνου χρήσης που θα ενεργοποιούσε τον νόμο. Ταυτόχρονα όμως κάποιες διοικήσεις έχουν ρίξει στο τραπέζι το αίτημα για αλλαγή του νόμου, όπως αποκάλυψε στην έκθεση που δημοσίευσε η JP Morgan την προηγούμενη εβδομάδα.

Αν και οι αποφάσεις είναι ακόμη πρόωρες, η ανησυχία είναι έκδηλη όχι μόνο στις τράπεζες, αλλά και στην κυβέρνηση, που δεν έχει κανένα λόγο να επιθυμεί μια τέτοια εξέλιξη. Εξάλλου, αυτό το ενδεχόμενο ήταν και ο βασικός λόγος για τον οποίο οι τιτλοποιήσεις συνοδεύονται με το μοντέλο της απόσχισης του υγιούς τμήματος της τράπεζας (μοντέλο hive down).

Το εφάρμοσε ήδη η Eurobank στο πλαίσιο της τιτλοποίησης του χαρτοφυλακίου Cairo, αποσχίζοντας τη νέα –καθαρή από τα κόκκινα δάνεια– τράπεζα. Η ζημία της τιτλοποίησης παρέμεινε στην παλιά τράπεζα και έτσι η κρατικοποίηση της τράπεζας απετράπη. 

Το μοντέλο του hive down δουλεύουν πυρετωδώς η Alpha Bank, στο πλαίσιο της τιτλοποίησης του χαρτοφυλακίου Galaxy με κόκκινα δάνεια 12 δισ. ευρώ, αλλά και η Τράπεζα Πειραιώς στο πλαίσιο της τιτλοποίησης των δύο χαρτοφυλακίων –Vega και Phoenix– συνολικού ύψους 7 δισ. ευρώ.

Παρά το γεγονός ότι οι τιτλοποιήσεις έχουν προς το παρόν «παγώσει» λόγω της πανδημίας και η πώληση αυτών των χαρτοφυλακίων μετατίθεται χρονικά όταν οι συνθήκες των αγορών το επιτρέψουν, οι τράπεζες εργάζονται για την έγκαιρη ολοκλήρωση της απόσχισης, δηλαδή πριν από τα τέλη του 2020. Το γεγονός ότι η φετινή χρονιά θα είναι δύσκολη από άποψη κερδοφορίας μάλλον επισπεύδει παρά απομακρύνει την υλοποίηση της απόσχισης, επιτυγχάνοντας έτσι τον διπλό στόχο αποτροπής της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου υπέρ του Δημοσίου και της έγκαιρης προετοιμασίας για την υλοποίηση των προγραμματισμένων τιτλοποιήσεων.

Να σημειωθεί ότι κατά την απόσχιση του τραπεζικού κλάδου, οι δύο τράπεζες, δηλαδή τόσο η Alpha Bank όσο και η Τράπεζα Πειραιώς, θα περάσουν τη ζημία από τις δύο τιτλοποιήσεις (Galaxy της Alpha και Vega και Phoenix της Τράπεζας Πειραιώς), ύψους 2 δισ. και 1 δισ. ευρώ αντίστοιχα, στην παλιά τράπεζα την οποία θα αποσχίσουν.

Ετσι το νέο κομμάτι θα είναι υγιές και χωρίς τη ζημία των κόκκινων δανείων που αφήνουν πίσω τους αυτές οι τιτλοποιήσεις. Η ολοκλήρωση ωστόσο των δύο συναλλαγών μετατίθεται για το 2021 και πάντα υπό την προϋπόθεση ότι η ανάκαμψη της οικονομίας μετά την ύφεση του 2020 θα είναι ταχεία και ισχυρή, έτσι ώστε να απορροφήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα τις επιπτώσεις από την οικονομική κρίση που δημιουργεί η πανδημία.

Το σενάριο αυτό μένει να επαληθευθεί όχι μόνο από το βάθος και την ένταση της κρίσης, αλλά και από τα αντανακλαστικά των ελληνικών επιχειρήσεων, η πλειονότητα των οποίων, μετά τη μακρά δεκαετή κρίση, δεν έχει την κεφαλαιακή άνεση και την απαιτούμενη ρευστότητα να αντέξει άλλη μια παρατεταμένη ύφεση στην οικονομία.

Η bad bank

Το δυσμενές σενάριο ανησυχεί πρωτίστως και την Τράπεζα της Ελλάδος, που ως επόπτης βλέπει τα κόκκινα δάνεια να αυξάνονται και την εξυγίανση των τραπεζικών χαρτοφυλακίων μέσω των τιτλοποιήσεων να καθυστερούν. Η λύση μιας «κακής» τράπεζας, στην οποία θα μεταφερθούν όλα τα κόκκινα δάνεια των τραπεζών, προβάλλει σύμφωνα με πηγές της κεντρικής τράπεζας ως επιτακτική και άμεση ανάγκη, ώστε οι τράπεζες να μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν τις επιχειρήσεις και η οικονομία να ανακάμψει όσο το δυνατόν ταχύτερα. 

Η λύση της bad bank που επεξεργάζεται η ΤτΕ επιχειρεί να αντιμετωπίσει και το πρόβλημα της ποιότητας των κεφαλαίων του τραπεζικού συστήματος, δηλαδή την υψηλή εξάρτηση από την αναβαλλόμενη φορολογία. Αν και οι λεπτομέρειες της πρότασης αναμένονται περί τα τέλη του μηνός, οπότε και θα παρουσιαστεί στην κυβέρνηση, στον SSM και στις τράπεζες, η αντιμετώπιση του προβλήματος αποτελεί, όπως σημειώνουν πηγές της κεντρικής τράπεζας, «αναπόσπαστο στοιχείο της λύσης». Ο αναβαλλόμενος φόρος αντιστοιχεί στο 56% του μετοχικού κεφαλαίου και των εποπτικών κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών.

Η σταδιακή μείωση αυτής της εξάρτησης προϋποθέτει την οριστική επάνοδο του τραπεζικού συστήματος στην κερδοφορία. Η προοπτική αυτή ανακόπτεται, καθώς η νέα γενιά κόκκινων δανείων που θα προκληθούν λόγω COVID-19 υποχρεώνει τις τράπεζες να πάρουν αυξημένες προβλέψεις, τη στιγμή που τα έσοδα από τις τραπεζικές εργασίες, ακόμα και αν η πιστωτική επέκταση διευρυνθεί, δεν θα επαρκούν για να καλύψουν τις απώλειες.

Ανώτατος παράγων του οικονομικού επιτελείου δηλώνει στην «Κ» πως το θέμα του αναβαλλόμενου φόρου και τυχόν αλλαγής της νόμου θα αντιμετωπιστούν από κοινού με το θέμα των κόκκινων δανείων. Ωστόσο, εμφανίζεται επιφυλακτικός σε σχέση με την bad bank, επειδή: 1. Προϋποθέτει την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. 2. Βρίσκονται σε εξέλιξη τα σχέδια των τραπεζών για τη μείωση των κόκκινων δανείων μέσω τιτλοποιήσεων και ως εκ τούτου θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. 3. Είναι πιθανό να μην επαληθευθεί η πρόβλεψη για αύξηση των κόκκινων δανείων κατά 10 δισ. ευρώ, δεδομένου ότι υπάρχει το σχέδιο-γέφυρα για επιδότηση των δανείων όσων επλήγησαν από τον κορωνοϊό.