ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νομότυπη η εκπτωτική πολιτική των ΕΛΠΕ σύμφωνα με την Επιτροπή Ανταγωνισμού

Δεν παραβιάζει τη νομοθεσία περί ανταγωνισμού με την εκπτωτική πολιτική που ακολουθεί η εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια. Τούτο έκρινε η Επιτροπή Ανταγωνισμού παρά την αντίθετη άποψη της Γραμματείας, η οποία, μεταξύ άλλων, εισηγείτο και την επιβολή προστίμου ύψους 1.800.000 ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε στο 0,59% του εθνικού κύκλου εργασιών της εταιρείας το 2000.

H Γραμματεία της Επιτροπής Ανταγωνισμού ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα που διεξήγαγε σχετικά με την εκπτωτική πολιτική των ΕΛΠΕ εισηγήθηκε να επιβληθεί το εν λόγω πρόστιμο «για κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης μέσω εκπτώσεων πίστεως» και «να υποχρεωθούν σε τροποποίηση των συμβάσεων για προμήθεια βενζίνης και πετρελαίου κίνησης οσον αφορά στους όρους που αναφέρονται στις εκπτώσεις πίστεως και στη διάρκεια αυτών».

Ομως, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης σε ό,τι αφορά την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, από τα στοιχεία που ήρθαν σε γνώση της Επιτροπής Ανταγωνισμού «δεν αποδείχθηκε ότι τα ΕΛΠΕ είχαν τη δυνατότητα να διαμορφώσουν σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητη επιχειρηματική συμπεριφορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους, τους πελάτες, τους προμηθευτές και τους καταναλωτές και ως εκ τούτου δεν αποδείχθηκε ότι τα ΕΛΠΕ κατείχαν δεσπόζουσα θέση στις υπό κρίση αγορές (βενζίνη-πετρέλαιο κίνησης)». Τα μερίδια της εταιρείας είχαν μειωθεί σημαντικά το 2002, τα μερίδια των ανταγωνιστών παρέμειναν σταθερά, αποδείχθηκε ότι οι άλλες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις σχετικές αγορές διαθέτουν μεγάλη οικονομική δύναμη, ενώ οι εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών «αποτελούν σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ ισχυρές επιχειρήσεις με συνέπεια να είναι πρακτικά αδύνατη από πλευράς διύλισης η εφαρμογή εμπορικής πολιτικής που δεν λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες και τα συμφέροντά τους».

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού έκρινε παράλληλα ότι οι εκπτώσεις των ΕΛΠΕ προς τις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών δεν λειτούργησαν ως συμβάσεις αποκλειστικής προμήθειας «πράγμα το οποίο ακόμη και εάν συνέβαινε δεν ήταν ικανό να επενεργήσει ουσιωδώς στις σχετικές αγορές και δεν επέφερε αισθητό περιορισμό του ανταγωνισμού».