ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Συστήματα διάγνωσης επενδυτικού κινδύνου

Συχνά η κίνηση των αγορών επηρεάζεται όχι μόνον από τις αποφάσεις των μεγάλων επενδυτών αλλά και από τα συστήματα και προγράμματα διαχείρισης κινδύνων που αυτοί χρησιμοποιούν. Μία από τις εταιρείες που αναπτύσσουν τέτοια συστήματα, είναι η APT, που διαθέτει γραφεία στα μεγαλύτερα οικονομικά κέντρα του κόσμου, με εκατοντάδες πελάτες που περιλαμβάνουν διαχειριστές χαρτοφυλακίων, εταιρικά και κρατικά ταμεία συντάξεων, τράπεζες, εταιρείες συμβούλων και hedge funds. Οι αναλύσεις της APT για τις σχέσεις κινδύνου – απόδοσης αμοιβαίων κεφαλαίων δημοσιεύονται από εννιά εφημερίδες, συμπεριλαμβανομένων και των Financial Times.

O κ. Jamie Ridyard διευθύνει την APT Europe και βρέθηκε για λίγες μέρες στην Αθήνα. Ο κ. Ridyard έχει μεταπτυχιακούς τίτλους σε φιλοσοφία και ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο του Cambridge και είναι απόφοιτος του LondoBusiness School. Μιλάει συχνά σε συνέδρια σχετικά με τον επενδυτικό κίνδυνο στο Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη και το Παρίσι.

Η συζήτηση μαζί του έχει ενδιαφέρον, γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο λειτουργίας των μεγάλων χρηματιστηριακών αγορών.

– Πείτε μας λίγα λόγια για την APT.

– Η APT παρέχει στους κορυφαίους επενδυτικούς οργανισμούς, παγκοσμίως, εξειδικευμένα εργαλεία διαχείρισης κινδύνου τα οποία κάνουν διάγνωση, ανάλυση και μείωση κινδύνου σε χαρτοφυλάκια που περιλαμβάνουν μετοχές, ομόλογα και άλλα προϊόντα.

– Αυτή δεν είναι η δουλειά για την οποία ήδη πληρώνουμε τους διαχειριστές χαρτοφυλακίου;

– Ναι, έτσι είναι, αλλά έχει αποδειχτεί ότι ένα καλό μοντέλο διαχείρισης κινδύνου κάνει πιο σωστά αυτήν τη διαδικασία από οποιονδήποτε διαχειριστή. Αλλωστε, αν αυτό το κομμάτι της δουλειάς το αναλάβει ένα πρόγραμμα στο PC, θα τους μένει περισσότερος χρόνος για να κάνουν την επιλογή των σωστών επενδύσεων.

– Δηλαδή, τι θα μένει στον διαχειριστή να κάνει;

– Κάθε επένδυση περιλαμβάνει έναν συνδυασμό κινδύνου και απόδοσης. Αν θέλουμε μεγαλύτερη απόδοση -κέρδος-, πρέπει να δεχτούμε και μεγαλύτερο κίνδυνο. Το σύστημά μας διαχειρίζεται το κομμάτι του κινδύνου, αλλά μόνο ένας διαχειριστής χαρτοφυλακίου μπορεί να ελέγξει το κομμάτι της απόδοσης, επιλέγοντας σωστές επενδύσεις.

– Δηλαδή, ο διαχειριστής πρέπει να κάνει μία λίστα με τις καλύτερες επενδύσεις, και η APT τον βοηθάει να τις συνδυάσει σε ένα χαρτοφυλάκιο με τον πιο αποδοτικό τρόπο;

– Ακριβώς έτσι. Μέχρι τώρα οι διαχειριστές δεν είχαν καμία αξιόπιστη βοήθεια για να αποφασίσουν τι ποσοστό από το κεφάλαιο να επενδύσουν σε κάθε προϊόν στο χαρτοφυλάκιο.

Κάποιοι τοποθετούν μεγάλα ποσοστά σε εταιρείες που τους αρέσουν, και μικρότερα σε εταιρείες που θεωρούν λιγότερο καλές, χωρίς να ξέρουν πόσο επηρεάζει αυτό τον συνολικό τους κίνδυνο. Αλλοι διαλέγουν τα ποσοστά επένδυσης ανάλογα με την κεφαλαιοποίηση των εταιρειών και άλλοι επενδύουν ισόποσα σε κάθε εταιρεία που διαλέγουν.

Ομως με ένα μοντέλο διαχείρισης κινδύνου που διαλέγει τα βέλτιστα ποσοστά ανά εταιρεία, ο συνολικός κίνδυνος μπορεί να μειωθεί αισθητά χωρίς να χαθεί τίποτα από την αναμενόμενη απόδοση.

– Τι εννοείτε θα μειωθεί ο κίνδυνος; Η αγορά δεν έχει κίνδυνο από τη φύση της;

– Μερικοί επενδυτές προτιμούν έναν συνδυασμό μετοχών που προσφέρουν υψηλές αποδόσεις αλλά η τιμή τους έχει μεγάλες διακυμάνσεις. Αλλοι, πιο συντηρητικοί, προτιμούν να αισθάνονται πιο ασφαλείς και είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν μικρότερες αποδόσεις, φτάνει να ξέρουν ότι το κεφάλαιό τους θα έχει αύριο περίπου την ίδια αξία με σήμερα. Αυτή η διακύμανση σε αξία του χαρτοφυλακίου, από μέρα σε μέρα ή από μήνα σε μήνα, λέγεται μεταβλητότητα και είναι ο πιο κοινός τρόπος μέτρησης κινδύνου.

– Και γιατί αλλάζοντας τα ποσοστά επένδυσης στις ίδιες μετοχές μπορεί να μειωθεί η μεταβλητότητα;

– Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Ας πούμε ότι μπορούμε να αγοράσουμε μετοχές μόνο δύο εταιρειών. Και οι δύο έχουν την ίδια αναμενόμενη απόδοση. Η μία έχει τη διπλάσια μεταβλητότητα από την άλλη. Βρίσκονται σε διαφορετικούς κλάδους, και θα υποθέσουμε ότι δεν υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στις διακυμάνσεις των τιμών τους.

Θα περιοριστούμε σε 5 επιλογές: 100% στη μία μετοχή, 100% στην άλλη, 50% σε κάθε μετοχή και 2/3 στη μία και 1/3 στην άλλη. Ο,τι και να διαλέξουμε, η αναμενόμενη απόδοση θα είναι η ίδια, αφού περιμένουμε την ίδια απόδοση και από τις δύο.

– Τι πρέπει να κάνουμε;

– Ισως μπείτε στον πειρασμό να βάλετε το 100% στη μετοχή με τη μικρότερη μεταβλητότητα γιατί έχει μικρότερο κίνδυνο. Ομως η σωστή απάντηση είναι να βάλουμε τα 2/3 σε αυτή με τη μικρότερη μεταβλητότητα και 1/3 στην άλλη. Αυτό το χαρτοφυλάκιο θα έχει τη μικρότερη μεταβλητότητα (και κίνδυνο) από κάθε άλλη επιλογή. Η μεταβλητότητα του χαρτοφυλακίου δεν είναι ο μέσος όρος της μεταβλητότητας των μετοχών που περιλαμβάνει. Οταν μία μετοχή ανεβαίνει, μπορεί η άλλη να κατεβαίνει και αυτό μειώνει τη συνολική μεταβλητότητα. Αυτό γίνεται σχετικά εύκολα με δύο μετοχές. Σκεφτείτε όμως ένα χαρτοφυλάκιο με 10, 20 ή 100 μετοχές και ομόλογα. Είναι πρακτικά αδύνατον να βρεθεί η σωστή κατανομή χωρίς ένα μοντέλο διαχείρισης κινδύνου.

– Αυτό κάνει ένα σωστό σύστημα διαχείρισης κινδύνων, βρίσκει τους σωστούς συνδυασμούς;

– Οχι μόνο, αλλά αυτό είναι από τις πιο σημαντικές λειτουργίες του. Υπολογίζει το μέγεθος του κινδύνου και δείχνει από πού προέρχεται, δηλαδή αν είναι κλαδικός κίνδυνος, οικονομικός, συναλλαγματικός κ.λπ.

Το σύστημα κοιτάει και στο παρελθόν και στο μέλλον. Αναλύει την απόδοση του χαρτοφυλακίου μέχρι σήμερα και δίνει μία ένδειξη για το τι αναμένεται να κάνει από εδώ και πέρα. Φυσικά, η ανάλυση είναι πιο εύκολη από την πρόβλεψη, γι’ αυτό και το ενδιαφέρον όλων εστιάζεται στην ποιότητα της πρόβλεψης.

– Είναι αρκετά κοινά αυτά τα συστήματα;

– Βρισκόμαστε σε έναν κλάδο που ασχολείται με διαδικασίες και μεθόδους ανάλυσης επενδύσεων (investment analytics). Είναι σχετικά μικρός κλάδος γιατί το κόστος ανάπτυξης είναι πολύ υψηλό. Οι ερευνητές, προγραμματιστές, τεχνικοί και ακόμα και οι πωλητές μας πρέπει να έχουν εκπαίδευση πολύ υψηλού επιπέδου (αρκετοί είναι κάτοχοι διδακτορικού τίτλου), και τα δεδομένα που χρειάζονται για να στηθεί ένα τέτοιο σύστημα είναι πολύ ακριβά.

– Ενας αναγνώστης μας, που διαβάζει αυτήν τη συνέντευξη, τι μπορεί να κερδίσει;

– Καλή ερώτηση. Μπορεί να ρωτήσει τον διαχειριστή των χρημάτων του (αμοιβαία κεφάλαια, ασφαλιστική εταιρεία, συνταξιοδοτικό πρόγραμμα κ.λπ.) τι δικλίδες ασφαλείας χρησιμοποιεί για να εγγυηθεί ότι, αν τα πράγματα δεν πάνε καλά, δεν θα χάσει μεγάλο μέρος του κεφαλαίου του. Πώς διαχειρίζεται τον κίνδυνο της αγοράς;

Επίσης, αν επενδύουν σε ευρωπαϊκά αμοιβαία κεφάλαια μπορούν να συμβουλευτούν την αξιολόγηση (ανάλογα με τον κίνδυνο που εμπεριέχουν) της APT (Risk-Adjusted Performance – APT RAP) δωρεάν στην ιστοσελίδα των Financial Times (η σελίδα είναι http://funds.ft.com/funds). Αντίστοιχα στοιχεία και για τα ελληνικά αμοιβαία κεφάλαια είναι πιθανό να έχουμε σύντομα, ως μέρος της πανευρωπαϊκής μας επέκτασης. Αν οι αναγνώστες σας θέλουν να μάθουν περισσότερα, υπάρχουν πολλές πληροφορίες στη διεύθυνση www.apt.com.

Οταν οι άλλοι περιέκοπταν προσωπικό εμείς κάναμε προσλήψεις

– Στις δύσκολες μέρες που βιώνουν οι αγορές παγκοσμίως, η APT πώς τα καταφέρνει;

– Για όλους τα πράγματα είναι πιο δύσκολα τώρα. Ομως έχουμε καταφέρει, χρησιμοποιώντας τη θεωρία και την τεχνολογία, να μειώσουμε τα κόστη και να περάσουμε τη μείωση στον πελάτη με χαμηλότερες τιμές. Ετσι, τα τελευταία 2 χρόνια είχαμε σημαντική ανάπτυξη και είχαμε την ευκαιρία να προσλάβουμε καινούργιο προσωπικό υψηλού επιπέδου, την ίδια στιγμή που άλλες εταιρείες κάνουν περικοπές. Για παράδειγμα, ο βασικός ανταγωνιστής μας αναγκάστηκε να μειώσει κατά 10% το προσωπικό του φέτος.

Και για να λέμε και τα πράγματα όπως είναι, κάθε διαχειριστής χαρτοφυλακίου πρέπει να κάνει διαχείριση κινδύνου, σε καλές και σε κακές εποχές. Με την APT μπορούν να το κάνουν αυτό αξιόπιστα σε μία λογική τιμή. Αυτό η αγορά το έχει αναγνωρίσει και το έχει επιβραβεύσει και γι’ αυτό η εταιρεία μας πάει καλά.

– Ποιοι είναι οι πελάτες σας παγκοσμίως;

– Δεν μπορούμε χωρίς την άδεια του πελάτη να αποκαλύψουμε ότι χρησιμοποιεί το σύστημά μας. Πάντως, στην Ευρώπη περίπου οι μισοί από τους κορυφαίους διαχειριστές της Βρετανίας, οι περισσότεροι από τους κορυφαίους της Γαλλίας και κάποια από τα μεγαλύτερα ονόματα παγκοσμίως, όπως οι MorgaStanley, Credit Suisse και Deutsche Bank, είναι πελάτες μας.