ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Με δυσμενέστερες προβλέψεις «ξαναχτυπά» η Eurostat

Ψυχρολουσία επιφυλάσσει για μετά τις εκλογές στην ελληνική οικονομία η Eurostat. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, η όποια κυβέρνηση προκύψει από τις επικείμενες εκλογές της 7ης Μαρτίου 2004 θα έχει να αντιμετωπίσει αναθεωρήσεις προς το δυσμενέστερο των δημοσιονομικών στοιχείων από την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία. Οι αρμόδιοι στο οικονομικό επιτελείο είναι γνώστες των επερχόμενων δυσάρεστων εξελίξεων, αλλά και ταυτόχρονα «καθυσηχασμένοι», καθώς γνωρίζουν ό,τι είναι να συμβεί θα λάβει χώρα μετά τις εθνικές εκλογές. Σύμφωνα με καλά ενημερωμένες πηγές η Eurostat προετοιμάζεται για αναθεωρήσεις στα μεγέθη του ελλείμματος του προϋπολογισμού του 2003, αλλά και των αντιστοίχων στοιχείων του προϋπολογισμού του 2004. Για το 2003 ο κυβερνητικός στόχος είναι το έλλειμμα να κινηθεί στα επίπεδα του 1,4% και στο 1,2% το 2004.

Οι κυβερνητικές εκτιμήσεις θεωρούνται εξαιρετικά αισιόδοξες και εκτιμάται ότι για το 2003 τα αναθεωρημένα στοιχεία θα δείχνουν έλλειμμα που θα αγγίζει το 2% του ΑΕΠ, ενώ θα ξεπεράσει το 2,4% το 2004.

Οι υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης μελετούν αναλυτικά και σε βάθος τον τρόπο απεικόνισης των στρατιωτικών δαπανών, ενώ σοβαρές αμφιβολίες εκφράζουν για τον τρόπο με τον οποίο γράφονται στον προϋπολογισμό οι πρωτογενείς δαπάνες.

Αμφιβολίες

Κατά πληροφορίες από την αλληλογραφία που έχει ανταλλαγεί ανάμεσα στη Εurostat και τους Ελληνες αρμοδίους, προκύπτει επιπλέον έντονη αμφισβήτηση για τον τρόπο απεικόνισης των μισθολογικών δαπανών (στις πρωτογενείς δαπάνες), αλλά και για τα επιδόματα που χορηγεί το Δημόσιο.

Να σημειωθεί ότι οι πρωτογενείς δαπάνες αντιστοιχούν στον προϋπολογισμό του 2004 στο 77% των συνολικών δαπανών. Εκτιμάται ότι θα ανέλθουν στα 32,8 δισ. ευρώ από 30,4 δισ. ευρώ που ήταν το 2003. Οι «αμφιβολίες» εντοπίζονται στο κατά πόσο το συνολικό ύψος των πρωτογενών δαπανών για το 2004, ενσωματώνει το σύνολο των επιδομάτων και αυξήσεων που πρόκειται να χορηγηθούν στους δημόσιους υπαλλήλους. Επίσης, θεωρείται παραπάνω από σίγουρο ότι οι κρατικές δαπάνες θα επιβαρυνθούν σοβαρά στη διάρκεια του α΄ τριμήνου του 2004, εξαιτίας των προεκλογικών επιβαρύνσεων.

Αμυντικές δαπάνες

Το θέμα με τα αμυντικά κονδύλια και τον τρόπο χρήσης τους ήρθε πρόσφατα στην επικαιρότητα μέσω του θορύβου που προκάλεσαν, μια παραίτηση και μια απόλυση δύο συνεργατών του υπουργού Εθνικής Αμυνας κ. Γιάννου Παπαντωνίου. Αμφότεροι έκαναν λόγο για αδιαφάνεια στις αναθέσεις των στρατιωτικών προμηθειών, αποκαλύπτοντας ορισμένες ψηφίδες από το παζλ που συνθέτει τον σκοτεινό κύκλο των προμηθευτών στον χώρο της εθνικής άμυνας. Ολα αυτά κατατείνουν σε μεγαλύτερες δαπάνες για τον ελληνικό προϋπολογισμό, που εκτός της όποιας τιμής του στρατιωτικού υλικού καταβάλλει, πρέπει να πληρώσει και «μίζες» που λαμβάνουν όσοι μας παρέχουν τις διευκολύνσεις…

Η Ελλάδα από το 1996 και μετά έχει υπογράψει συμβάσεις για αγορές αμυντικού υλικού που ξεπερνούν τα 9 τρισ. δραχμές. Εξ αυτών μόνο ένα μικρό ποσό έχει απεικονισθεί στα επίσημα στοιχεία του προϋπολογισμού. Μνημειώδης είναι η φράση που εκστόμισε πρόσφατα ο υπουργός Εθνικής Αμυνας κ. Γ. Παπαντωνίου, ο οποίος κατά τη διάρκεια υπογραφής συμβάσεων για εξοπλισμούς 1,5 δισ. ευρώ, δήλωσε δικαιολογούμενος: «Ψωνίζουμε μόνο τα απαραίτητα!»

Αλίμονό μας δηλαδή αν δεν ήταν μόνο τα απαραίτητα.

Η μέχρι σήμερα πρακτική θέλει τις δαπάνες για την αγορά όπλων να εμφανίζονται με μεγάλη χρονική υστέρηση στον προϋπολογισμό και στο δημόσιο χρέος. Από το 1997 και μετά η Ελλάδα πληρώνει κάθε χρόνο για εξοπλισμούς περίπου 1,1 – 1,2 τρισ. δρχ. εκ των οποίων στον ετήσιο προϋπολογισμό εμφανίζεται μόνο το ένα τρίτο του συγκεκριμένου ποσού.

Η καθυστερημένη καταγραφή των δανείων στα στοιχεία του προϋπολογισμού, όπως είναι φυσικό, διευκολύνει τις υπερβάσεις των δαπανών. Ετσι, το A ποσό της εξαγγελίας μιας αγοράς όπλων, μπορεί να γίνει 2A στην υπογραφή της σύμβασης, αλλά και να φθάσει στο 3A στην αποπληρωμή της, όταν θα προστεθούν και νέα υλικά που δεν προβλέπονταν αρχικά!

Αυτό τo επιπλέον κόστoς «υποβαθμίζεται» επιμεριζόμενο σε δόσεις σε βάθος χρόνου, διευκολύνοντας έτσι όσους λαμβάνουν τις αποφάσεις για τους εξοπλισμούς. H συγκεκριμένη διαδικασία, που διασπά την ακριβή εικόνα του κόστους, συμβάλλει στο να παραμένει αδιατάρακτη η διαφθορά στο σύστημα των εξοπλιστικών προμηθειών. Εκτιμάται ότι η παρέμβαση της Eurostat θα μπορούσε ίσως να «φρενάρει» τη συγκεκριμένη κοστοβόρο διαδικασία, καθώς θα απαιτήσει υψηλότερες δαπάνες να απεικονίζονται στο ετήσιο έλλειμμα του προϋπολογισμού. Αντιρρήσεις, πάντως, περί του τρόπου καταγραφής των αμυντικών δαπανών εκτός της Εurostat, εξέφρασε πρόσφατα και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Διαπιστώνει στην τελευταία του έκθεση ότι την περίοδο 1994 – 2001 δεν εμφανίζεται στά επίσημα στοιχεία του κράτους, χρέος των Ενόπλων Δυνάμεων συνολικού ύψους άνω του 1,8 τρισ. δρχ. Μόνο για το 2004 τα δάνεια για εξοπλιστικά προγράμματα τα οποία επιβαρύνουν απευθείας το δημόσιο χρέος, χωρίς να έχουν προηγουμένως περάσει από το έλλειμμα, ανέρχονται στα 2,3 δισ.ευρώ.

Η Εurostat με τις συγκεκιμένες παρεμβάσεις, εφόσον οριστικοποιηθούν και μεταβληθούν σε οδηγία, όπως έγινε και στο παρελθόν, θα οδηγήσει την Ελλάδα πλησίον της «επικίνδυνης» ζώνης των χωρών της Ευρωζώνης με υπερβολικό έλλειμμα. Αντίστοιχες σκηνές ζήσαμε με την αναθεώρηση προς τα πάνω του δημόσιου χρέους και τη μετατροπή του πλεονάσματος στους προϋπολογισμούς των ετών 2000 και 2001 σε έλλειμμα, που έλαβαν χώρα τον Νοέμβριο του 2002.

«Ασπρη τρύπα»

Εκτός των αμυντικών δαπανών η Eurostat, όπως προκύπτει και από παλαιότερη επιστολή της στην ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί να εντρυφήσει περισσότερο και στο μείζον θέμα της «άσπρης τρύπας». H τελευταία αποτελεί εδώ και χρόνια ένα «λογιστικό μέγεθος» που δημιουργούν τα πλεονάσματα των ασφαλιστικών οργανισμών και των ταμείων. Επίσημα στοιχεία τα οποία πιστοποιούν το ύψος της «άσπρης τρύπας» δεν υπάρχουν και το μέγεθός της καθορίζεται μέ βάση το έλλειμμα (παλαιότερα το πλεόνασμα) που θέλει να παρουσιάσει η κυβέρνηση. H «άσπρη τρύπα» το 2000 υπολογίζονταν στα 3,01 δισ. ευρώ, ανήλθε το 2001 στα 4,03 δισ. ευρώ, το 2002 στα 5,75 δισ. ευρώ το 2003 στα 5,7 δισ. ευρώ και το 2004 στα 6,3 δισ. ευρώ.

Πρόσφατα, πάντως, τα στοιχεία για την «άσπρη τρύπα» αμφισβήτησε και η Τράπεζα της Ελλάδος, μέσω της ενδιάμεσης έκθεσης για τη νομισματική πολιτική, που είχε δημοσιοποιήσει το φθινόπωρο του 2003. H συγκριμένη έκθεση εμφανίζεται να αμφιβάλει για το ύψος της «άσπρης τρύπας», δηλαδή των διαθεσίμων των ασφαλιστικών οργανισμών, που χρησιμοποιούνται για να μειωθεί το ύψος του χρέους. H σχετική επισήμανση γίνεται στη σελίδα 123 της έκθεσης, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι περί του ακριβούς ύψους διαθεσίμων των ασφαλιστικών οργανισμών «δεν υπάρχει ξεκάθαρη εικόνα».