ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΜΑΚΡΟΣΚΟΠΙΚΑ

Αν πιστέψουμε τις δημοκοπήσεις, η οικονομία είναι το πρώτο μεγάλο θέμα που απασχολεί τους πολίτες, στην πορεία προς την εκλογική αναμέτρηση. Αντίθετα με όσα πολλοί παρατηρούν, τα οικονομικά δεν προσφέρουν ευνοϊκό πεδίο αναμέτρησης ούτε για την κυβέρνηση ούτε για την αντιπολίτευση. Εφόσον, μάλιστα, επιβεβαιωθεί η προσπάθεια της νέας ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ να συζητεί «ιδέες για το μέλλον», αποφεύγοντας τον απολογισμό αλλά και το συγκεριμένο προγραμματισμό ενεργειών στην επόμενη τετραετία, τα θέματα της οικονομίας θα παρακαμφθούν. Η Νέα Δημοκρατία, από την πλευρά της, δεν έχει λόγο να επιμένει σε μια λεπτομερή περιγραφή δράσεων και δεσμεύσεων οικονομικού προγραμματισμού. Πολλοί, τέλος, πιστεύουν πως οι «συνταγές» για την οικονομική πολιτική είναι λίγο πολύ δεδομένες και, επομένως, το εκλογικό αποτέλεσμα δεν πρόκειται να οδηγήσει σε σημαντική διαφοροποίηση.

Το τελευταίο αυτό, όσο σωστό κι αν είναι αρχικώς, άλλο τόσο λανθασμένο είναι αν εφαρμοσθεί με απόλυτο τρόπο. Η κρίση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με αφορμή την κατάργηση στην πράξη του Συμφώνου Σταθερότητας, απέδειξε ότι οι κυβερνήσεις έχουν περιθώρια επιλογών και αλλαγής των προτεραιοτήτων. Οσο σταθερό κι αν είναι το πλαίσιο, που τίθεται με την ενιαία νομισματική ζώνη του ευρώ, άλλο τόσο ασταθές είναι το περιβάλλον στο οποίο κινείται η διεθνής και, μαζί της, η ελληνική οικονομία. Η σμίξη των δύο αυτών είναι το πιο σημαντικό καθήκον της κυβέρνησης.

Και, μαζί, ένα ακόμη: το πλέον δύσκολο εγχείρημα στα αμέσως επόμενα έτη είναι αυτό που αφορά την επιλογή και προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών στην οικονομία και στους τομείς της κοινωνίας που έχουν άμεσο και σοβαρό οικονομικό κόστος. Απ’ αυτές εξαρτάται, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ όσο το φανταζόμαστε και η αντιμετώπιση των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων. Με πρώτο, αυτό του επίμονου πληθωρισμού.

Ο υψηλός και, σε κάθε περίπτωση, υψηλότερος από τους άμεσους ανταγωνιστές μας, πληθωρισμός είναι σημείο αναφοράς όλων των υπολοίπων προβλημάτων. Ολες οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι ο επίσημος τιμάριθμος θα παραμείνει πάνω από το 3% και το 2004, ίσως και το 2005. Μπορούμε, εν μέρει, να δεχθούμε την -εύκολη κατά τα άλλα- εξήγηση, σύμφωνα με την οποία η πληθωριστική πίεση οφείλεται στην ταχύτερη αύξηση του εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ). Θα κατανοήσουμε τότε ότι ο συνδυασμός υψηλού πληθωρισμού με την αναμενόμενη συγκράτηση των επενδύσεων σε υποδομές και, γενικότερα, την περιστολή των ρυθμών ανόδου του ΑΕΠ, θα φέρει την ελληνική οικονομία σε δύσκολη θέση.

Ηδη, άλλωστε, ο περιορισμός των εισοδημάτων, που αισθάνονται όλο και πιο έντονα, όλο και πλατύτερα στρώματα του πληθυσμού, επιδρά αρνητικά στη σπουδαιότερη κινητήρια δύναμη της οικονομίας, την ιδιωτική κατανάλωση. Η απόσταση που μας χωρίζει από το σημείο στο οποίο τα νοικοκυριά θα αποφασίσουν σοβαρές περικοπές και αναβολές στον ρυθμό αύξησης και στο ύψος των καταναλωτικών τους δαπανών, είναι, ήδη, πολύ μικρή. Από τη στιγμή που θα εκδηλωθεί παρόμοια αλλαγή συμπεριφοράς, τα προβλήματα στις εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις θα μεγαλώσουν επικίνδυνα, ενώ σοβαρές θα είναι οι επιπτώσεις στην πλευρά των κρατικών εσόδων.

Το χειρότερο όμως, στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, είναι πως μια συγκράτηση της κατανάλωσης δεν οδηγεί, αυτομάτως, σε μείωση του πληθωρισμού, κάτι που ευνοεί άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα και το ύψος των καταθέσεων. Κι αυτό γιατί ο ελληνικός πληθωρισμός τροφοδοτείται κατά κύριο λόγο από την έλλειψη ανταγωνισμού στην επιχειρηματική αγορά, το μέγεθος του κράτους, την περιορισμένη κινητικότητα στην αγορά εργασίας και τη μεγάλη εξάρτηση του καταναλωτή από το υψηλό κόστος των υπηρεσιών.

Με άλλα λόγια, ο πληθωρισμός είναι ένα από τα σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα. Γεγονός που δεν ισχύει στις ώριμες οικονομίες. Γι’ αυτό, άλλωστε, ο πληθωρισμός συνοδεύεται με μια συνεχώς μεγαλύτερη ανισότητα στη διανομή των εισοδημάτων. Ανισότητα η οποία, με τη σειρά της, τροφοδοτεί τις πληθωριστικές πιέσεις. Η τροφοδότηση της ανόδου των τιμών στα ακίνητα αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της σχέσης που υπάρχει μεταξύ διανομής του πλούτου και «τιμολόγησης» του καταναλωτικού προτύπου.

Η δομή της ελληνικής κοινωνίας, η κατάρρευση της ελληνικής παραγωγής και η διάδοση του αστικού προτύπου είναι τρεις ακόμη λόγοι, που καθιστούν τον πληθωρισμό μια από τις μεγάλες «πληγές» της οικονομίας. Αυτά άλλωστε είναι που υφίστανται ήδη την πίεση των αλλαγών που επέρχονται. Τα πολύ μεγάλα μεσοαστικά στρώματα, που επιδιώκουν την κατάκτηση ενός πανάκριβου καταναλωτικού προτύπου, κατατεμαχίζονται και κάποια τμήματά τους οδηγούνται σε κοινωνικό υποβιβασμό. Η κατάρρευση της εγχώριας παραγωγής, μεγαλώνει την εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας για «φθηνά και λαϊκά» προϊόντα, που ήδη τοποθετούνται μαζικώς, προερχόμενα από τις ευρωπαϊκές αγορές, εξέλιξη που καταδικάζει οριστικά το μικρό λιανικό εμπόριο. Η συντήρηση του μικροαστικού προτύπου γίνεται συνεχώς ακριβότερη, επειδή ακριβώς αντιμετωπίζει, πρώτο αυτό, τον πραγματικό πληθωρισμό.

Τέλος, ο υψηλός πληθωρισμός δημιουργεί ήδη σοβαρά προβλήματα ανταγωνιστικότητας και σε ζωτικούς τομείς του διεθνούς ανταγωνισμού στον οποίο είναι εκτεθειμένη η χώρα, δηλαδή, σε πρώτο λόγο, τον τουρισμό.

Η κυβέρνηση της 8ης Μαρτίου θα βρεθεί αντιμέτωπη με το πρόβλημα του πληθωρισμού, καθώς οι πιέσεις για την προσαρμογή των εισοδημάτων θα εκφρασθεί σε υψηλούς τόνους. Οι διαπραγματεύσεις για την εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας, η πίεση των Ολυμπιακών Αγώνων, οι ασυγκράτητες κρατικές υποχρεώσεις και η αποκάλυψη των χρεών σε δημόσιους οργανισμούς θα είναι μερικοί μόνον από τους λόγους.