ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γαλλικά Chateaux σε επενδυτικά χαρτοφυλάκια

Ι διαίτερα αποδοτική για τους επενδυτές, αλλά ελάχιστα γνωστή ακόμα στο ευρύτερο κοινό, είναι η επένδυση σε οίνο. Με ετήσιες αποδόσεις, οι οποίες ξεπερνούν το 12% τα τελευταία 25 χρόνια και με χαμηλό δείκτη συσχέτισης με τις παραδοσιακές μορφές επένδυσης, οι τοποθετήσεις στα προϊόντα των γνωστότερων γαλλικών Chateaux αποτέλεσαν πολύτιμο συμπλήρωμα των επενδυτικών χαρτοφυλακίων τα τελευταία χρόνια και προσέφεραν πολλαπλάσιες αποδόσεις σε σύγκριση με τις χρηματιστηριακές αγορές. Η έκρηξη των αποδόσεων των επενδύσεων σε Μεγάλους Οίνους (Grands Vins) τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με τη χαμηλή διακύμανση των τιμών, ακόμα και κατά τη διάρκεια της χρηματιστηριακής ύφεσης της τριετίας μεταξύ Μαρτίου 2000 και Μαρτίου 2003 έχουν ενισχύσει το ενδιαφέρον των επενδυτών, ενώ έχει δημιουργηθεί και ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός επενδυτικών funds, τα οποία επενδύουν αποκλειστικά σε φιάλες οίνου. Στη χώρα μας, η πρόσφατη μόνο επικέντρωση ορισμένων οινοποιών στην ποιοτική παραγωγή δεν έχει επιτρέψει ακόμα την αντιμετώπιση του οίνου ως επενδυτική εναλλακτική. Καθώς όμως βελτιώνεται η ποιότητα των ελληνικών κρασιών, ενώ αυξάνεται η διείσδυση τους στις αγορές του εξωτερικού, ενισχύονται οι μελλοντικές επενδυτικές προοπτικές τους.

Η περιοχή Μπoρντό

Τα blue chips της επενδυτικής αγοράς οίνου είναι τα γαλλικά Chateaux της περιοχής του Bordeaux, η κατάταξη των οποίων σε πέντε Crus, ή κατηγορίες, πραγματοποιήθηκε το 1885, με την ευκαιρία της Διεθνούς Εκθεσης στο Παρίσι. Η κατάταξη αυτή έγινε με βάση τις τιμές των διαφόρων κρασιών κατά τα προηγούμενα 100 χρόνια, ενώ η μόνη μεταβολή η οποία έχει γίνει έκτοτε αφορά την αναβάθμιση του MoutoRothschild στην υψηλότερη κατηγορία, τα Premier Crus Classes το 1973. Μία από τις μοναδικές παραφωνίες είναι ίσως το γεγονός ότι ένα από τα σπανιότερα και ακριβότερα κρασιά του κόσμου, το Chateau Petrus, το οποίο παράγεται στην περιοχή Pomerol του Bordeaux δεν είναι ενταγμένο στην παραπάνω κατάταξη. Το γεγονός αυτό όμως δεν έχει εμποδίσει την εντυπωσιακή άνοδο των τιμών του Chateau Petrus κατά 1.600% τα τελευταία 15 χρόνια.

Οι τιμές των κρασιών από τα γνωστότερα Chateaux του Bordeaux έχουν ακολουθήσει σταθερά ανοδική πορεία, με εξαίρεση ίσως την περίοδο μετά την ασιατική κρίση του 1997, ενώ ο σχετικός δείκτης, τον οποίο καταρτίζει το decanter.com, από το 1978 μέχρι σήμερα έχει σημειώσει ετήσια απόδοση η οποία ξεπερνάει το 12%, έναντι 8,8% περίπου για τον παγκόσμιο χρηματιστηριακό δείκτη της MSCI. Βασική συνιστώσα της σημαντικής απόδοσης των Μεγάλων Οίνων είναι το γεγονός ότι μετά την εμφιάλωσή τους, συνεχίζεται η ωρίμασή τους μέσα στη φιάλη και σε πολλές περιπτώσεις φθάνουν στο υψηλότερο σημείο της ποιότητας τους μόνο αφού περάσουν δέκα ή και περισσότερα χρόνια. Καθώς η ετήσια παραγωγή οίνου κάθε Chateau είναι πεπερασμένη, ενώ η κατανάλωση του μειώνει συνεχώς τα απόθεματα παλαιότερων ετών, οι τιμές δέχονται συνεχώς ανοδικές πιέσεις, ειδικότερα εάν πρόκειται για ιδιαίτερα καλές χρονιές. Πράγματι, καθώς μειώνονται τα διαθέσιμα αποθέματα ώριμων ποιοτικών κρασιών, η διατήρηση ή ακόμα η αύξηση της ζήτησης, ενισχύει τις αποδόσεις μιας επένδυσης, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πρώτα χρόνια της παραγωγής. Επιπλέον, εφ’ όσον στη βάση του το κρασί είναι ένα αγροτικό προϊόν, οι καιρικές καταστροφές, όπως η παρατεταμένη περίοδος καύσωνα το καλοκαίρι του 2003 στη Γαλλία, η οποία κατέστεψε μεγάλο μέρος της περυσινής παραγωγής, ενισχύουν περαιτέρω τις τιμές των προηγούμενων ετών.

Επένδυση eprimeur

Η καλύτερη στιγμή για να επενδύσει κάποιος επενδυτής σε ποιοτικά κρασιά, είναι eprimeur, δηλαδή πριν από την εμφιάλωση στον παραγωγό. Η επένδυση eprimeur ουσιαστικά αντιστοιχεί σε ένα συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης (Future). Για παράδειγμα, η παραγωγή του 2001, αφού έχει εμφιαλωθεί, είναι πλέον διαθέσιμη στην αγορά μόνο στα μέσα του 2004, δηλαδή τρία χρόνια αργότερα. Ηδη όμως από τον Σεπτέμβριο του 2001, οι επενδυτές έχουν κλείσει μεγάλο μέρος της παραγωγής, ενώ η τιμή αγοράς βασίζεται κυρίως στις εκτιμήσεις τους για τις καιρικές συνθήκες για την κάθε οινοπαραγωγική περιοχή και την επιρροή τους στη διαμόρφωση της ποιότητας των κρασιών, αλλά και τη μελλοντική τους ζήτηση. Παραδοσιακά, μόνο τα κρασιά των Chateaux της περιοχής του Bordeaux πωλούνταν eprimeur. Τα τελευταία χρόνια, όμως, οι επενδυτές έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν eprimeur και κρασιά από τη Βουργουνδία, την Τοσκάνη, αλλά και την Καλιφόρνια και την Αυστραλία. Η ωρίμαση του κρασιού στις φιάλες κρατάει πάνω από τρία χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η ποιότητά του βελτιώνεται, εφ’ όσον τηρηθούν οι βασικοί κανόνες συντήρησής του, δηλαδή κυρίως θερμοκρασίας και υγρασίας. Πολλοί από τους καλύτερους Μεγάλους Οίνους εξακολουθούν να ωριμάζουν και να βελτιώνονται για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών. Στο διάστημα αυτό, διαμορφώνεται το πρώτο στάδιο της απόδοσης της επένδυσης, καθώς η αγορά αρχίζει να αποτιμά ήδη την ποιότητα του κρασιού. Μόλις περάσει αυτό το στάδιο, η τιμή της κάθε φιάλης ορίζεται πλέον τόσο από την ποιότητα του κρασιού, όσο και από τη σπανιότητά του, καθώς έχουν μειωθεί τα εναπομείναντα αποθέματα.

Χαμηλή ρευστότητα

Πέρα από τα γνωστότερα Chateaux του Bordeaux, τα τελευταία χρόνια έχουν αναδειχθεί και κρασιά από την Καλιφόρνια, την Αυστραλία και τη Λατινική Αμερική, οι τιμές των οποίων σε πολλές περιπτώσεις έχουν σημειώσει σημαντικότατη άνοδο σε μικρό χρονικό διάστημα. Αντίθετα όμως από τα κρασιά του Bordeaux όμως για τα οποία υπάρχουν ιστορικά στοιχεία για την ποιότητα και τις τιμές τα οποία ξεπερνάνε τα 250 χρόνια, τα κρασιά του Νέου Κόσμου έχουν πολύ μικρή ιστορία, γεγονός το οποίο τα κατατάσσει μάλλον μεταξύ των «περιφερειακών χαρτιών» της επενδυτικής αγοράς οίνου.

Το βασικό ίσως μειονέκτημα για τους επενδυτές της αγοράς κρασιού είναι η χαμηλή ρευστότητά της, η οποία οδηγεί σε σημαντικές διαφορές, ή spreads μεταξύ τιμών αγοράς και πώλησης κάθε χρονική στιγμή. Λόγω της χαμηλής ρευστότητας, η επενδυτική αγορά οίνου ήταν παραδοσιακά περιορισμένη στους μεσάζοντες μεταξύ παραγωγών και εμπόρων. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η διεύρυνση της αγοράς έχει οδηγήσει σε αύξηση της ρευστότητας, γεγονός το οποίο διευκολύνει τις επενδύσεις σε Μεγάλους Οίνους. Η κυριότερη διέξοδος για τους επενδυτές στο κλείσιμο των θέσεών τους σε κρασί είναι μέσω δημοπρασιών, οι οποίες διοργανώνονται συχνότατα τόσο στο Λονδίνο και στο Παρίσι, όσο και στη Νέα Υόρκη. Συχνά επίσης τα τελευταία χρόνια, οι επενδυτές μπορούν να ρευστοποιήσουν το χαρτοφυλάκιο οίνου το οποίο διαθέτουν μέσω απ’ ευθείας πώλησης σε εμπόρους.

Οι υψηλότατες αποδόσεις των τελευταίων ετών και ο χαμηλός δείκτης συσχέτισής τους με παραδοσιακά πάγια έχουν οδηγήσει σημαντικό αριθμό επενδυτών στην τοποθέτηση μέρους των κεφαλαίων τους σε Μεγάλους Οίνους, κυρίως προερχόμενους από τα γνωστότερα Chateaux της περιοχής του Bordeaux. Αντίθετα από τις παραδοσιακές μορφές επένδυσης, οι επενδύσεις σε κρασί παρουσιάζουν μικρή σχετικά διακύμανση των τιμών τους και επηρεάζονται λίγο μόνον από το μακροοικονομικό περιβάλλον και την πορεία των υπόλοιπων αγορών.

Επιπλέον, αντίθετα από τις χρηματιστηριακές επενδύσεις ή τις τοποθετήσεις σε κρατικά και εταιρικά ομόλογα, ένα «κραχ» των τιμών του κρασιού δεν έχει καμία επίπτωση στην ποιότητα του περιεχόμενου των φιάλων. Πράγματι, ακόμα και αν οι τιμές καταρρεύσουν, ο επενδυτής μπορεί πάντα να γευθεί το περιεχόμενο του χαρτοφυλακίου του.