ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΘΕΑΤΗ ΟΨΗ

Εχει σημασία αν το έλλειμμα του Δημοσίου είναι 1,2% του ΑΕΠ όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση ή 2,4% όπως εκτιμά η Επιτροπή, κατά την οποία δεν αποκλείεται να φθάσει τελικά και 3%; Μάλλον όχι! Πέρα από μια μικρή ομάδα επιστημόνων το θέμα δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν είναι βέβαιος για το ύψος του ελλείμματος. Συνεπώς, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τις πραγματικές δαπάνες, αλλά ούτε και για τα πραγματικά έσοδα του Δημοσίου. Πολύ περισσότερο καμιά βεβαιότητα δεν υπάρχει για τις οφειλές που έχουν αναληφθεί και οι οποίες τα ερχόμενα χρόνια θα πρέπει να ικανοποιηθούν. H συζήτηση για τα δημόσια οικονομικά και τις επιδόσεις του προϋπολογισμού δεν έχει νόημα! Στην πραγματικότητα κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει.

Με διάφορα τεχνάσματα, ορισμένα από τα οποία γίνονται νομότυπα, δαπάνες που αφορούν μια χρήση μεταφέρονται στα επόμενα. Εσοδα που δεν εισπράχθηκαν ακόμα εμφανίζονται ως εισπραχθέντα. Εφέτος, για πρώτη φορά, στην έκθεση του προϋπολογισμού τα κρατικά έσοδα εμφανίζονται σε «ταμειακή βάση» αντί της συνήθους παρουσίασης που ήταν σε εθνικολογιστική βάση. Τα έσοδα από ΦΠΑ στην αρχή της χρονιάς μεταφέρονται στο προηγούμενο έτος με τη δικαιολογία ότι αφορούν δραστηριότητα του προηγούμενου έτους! Οι δαπάνες στο τέλος του έτους εκταμιεύονται με καθυστέρηση, ώστε να επιβαρύνουν την επόμενη χρονιά. Οι εισροές από την Ευρωπαϊκή Ενωση καταγράφονται έπειτα από γενική κινητοποίηση λίγο πριν κλείσει το έτος, για να εμφανιστούν στον προηγούμενο προϋπολογισμό. Τα έσοδα από την αποκρατικοποίηση χρηματοδοτούν τρέχουσες δαπάνες και δεν μειώνουν το δημόσιο χρέος όπως νομίζαμε. Αν στο πολύπλοκο αυτό σκηνικό προσθέσουμε όσα συμβαίνουν με το δημόσιο χρέος, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποια είναι η πραγματική δημοσιονομική κατάσταση. Ενδεχομένως, ούτε και όσοι τη διαμόρφωσαν!

Το πρόβλημα δεν αφορά τη συνήθως ανιαρή συζήτηση για το ύψος του ελλείμματος του Δημοσίου. To Δημόσιο δεν γνωρίζει με ποιο τρόπο αξιοποιούνται οι πόροι που διαθέτει. Δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει με σχετική ακρίβεια τους πόρους που μπορεί να διαθέσει είτε για αναπτυξιακούς λόγους είτε για κοινωνική πολιτική. Ταυτόχρονα, όλη η προεκλογική συζήτηση, οι εξαγγελίες και οι υποσχέσεις, οι αντιπαραθέσεις και οι διαμάχες γίνονται πάνω σε ένα βουνό από αμφισβητούμενους υπολογισμούς.

Ο εύκολος τρόπος για να λυθεί το πρόβλημα ήταν να διατηρηθεί για αρκετά χρόνια ένας υψηλός ρυθμός ανάπτυξης της χώρας, μαζί με διαρκή άνοδο των χρηματιστηρίων. Αν τα επόμενα χρόνια ζήσουμε μια παρατεταμένη περίοδο άνθησης της παγκόσμιας οικονομίας, είτε μέσω του χρηματιστηρίου είτε με τη διατήρηση χαμηλών επιτοκίων, τα οικονομικά του Δημοσίου θα εξυγιανθούν. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα αμβλυνθούν οι λαθροχειρίες.

Αν το σενάριο αυτό είναι υπερβολικά αισιόδοξο για να είναι ρεαλιστικό, θα κληθούμε να πληρώσουμε τον λογαριασμό. Και είναι αλήθεια ότι βρισκόμαστε πλησιέστερα στην εκδοχή αυτή, με ό,τι συνεπάγεται. Επειδή όμως συνήθως επικρατεί η μέση λύση, η πιθανότερη εκδοχή είναι ότι θα πληρώσουμε τον… μισό λογαριασμό. H όποια επόμενη κυβέρνηση θα αναγκαστεί να ομολογήσει τη μισή αλήθεια? θα αποκαλύψει μέρος της γκρίζας πραγματικότητας, ελπίζοντας ότι τα υπόλοιπα θα διευθετηθούν σε βάθος χρόνου. Ετσι, το σοκ που θα προκληθεί θα είναι ελεγχόμενο, αλλά περιορισμένες θα είναι οι πιθανότητες να μην επαναληφθεί το ίδιο φαινόμενο.