ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι συγχωνεύσεις ώς το 2000 είχαν θετική εξέλιξη για τις τράπεζες

H δεκαετία του 1990 χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακή δραστηριότητα συγχωνεύσεων και εξαγορών διεθνώς, με ιδιαίτερη έμφαση την πενταετία 1995-1999, κατά την οποία πραγματοποιούνταν δύο περίπου τραπεζικές εξαγορές και συγχωνεύσεις κάθε ημέρα. Εκτός από τις τράπεζες, το κύμα εξαγορών και συγχωνεύσεων περιλαμβάνει και επιχειρήσεις των υπόλοιπων κλάδων οικονομικής δραστηριότητας. Σημειώνεται ότι το 2000 η αξία του συνόλου των συγχωνεύσεων και εξαγορών παγκοσμίως ξεπέρασε τα 3,5 τρισ. δολάρια. Την περίοδο 1985-1995, η αξία των συγχωνεύσεων και εξαγορών μεταξύ επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα κάλυψε το 45% περίπου του συνόλου, ενώ μόνο οι τραπεζικές συγχωνεύσεις και εξελίξεις αφορούσαν περίπου το 30% του συνόλου.

Οι κύριοι προσδιοριστικοί παράγοντες που οδήγησαν σε συγχωνεύσεις και εξαγορές στην Ελλάδα από το 1995 και μετά ήταν η τότε αναμενόμενη ένταξη της χώρας στη Ζώνη του Ευρώ και η σημαντική απώλεια εσόδων που αυτή θα συνεπαγόταν, η εφαρμογή της νέας τεχνολογίας που ευνοεί τις συγχωνεύσεις – εξαγορές μεταξύ των τραπεζών και η ανάγκη αντιμετώπισης του πιθανού ανταγωνισμού εκ μέρους ξένων τραπεζικών ιδρυμάτων.

Σε μελέτη που φιλοξενείται στο τελευταίο τεύχος του Οικονομικού Δελτίου της Τράπεζας της Ελλάδος, με θέμα «H επίδραση των συγχωνεύσεων και εξαγορών στην αποτελεσματικότητα των τραπεζών στην Ελλάδα», των κ. Π. Αθανάσογλου και Σ. Μπρισίμη, επιχειρείται μια πρώτη αξιολόγηση των επιδράσεων των συγχωνεύσεων – εξαγορών, τόσο όσον αφορά την αποτελεσματικότητα κόστους και κερδών όσο και τις οικονομίες κλίμακας.

Οι λόγοι που οδηγούν σε μεγαλύτερη συγκέντρωση μέσω συγχωνεύσεων – εξαγορών συνήθως κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες και συγκεκριμένα, σε εκείνους που αφορούν τους μετόχους η άμεση επιδίωξή των οποίων είναι η μεγιστοποίηση της αξίας των μετοχών τους και δεύτερον, στους διοικούντες τις τράπεζες ή δημόσιους φορείς (π.χ. κυβέρνηση) που κατά κανόνα δεν έχουν τα ίδια κίνητρα με τους μετόχους. Μάλιστα σημειώνεται ότι οι διοικούντες μια τράπεζα μπορεί να αποφασίσουν τη συγχώνευση με άλλη τράπεζα για προσωπικούς λόγους, όπως την αύξηση του κύρους τους ή την άνοδο των αμοιβών τους.

Οι λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν στη μεγιστοποίηση της αξίας των μετοχών είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας και η αύξηση του βαθμού μονοπωλιακής ισχύος στην αγορά.

Τεχνολογικά αποτελεσματική είναι η τράπεζα η οποία αποκτά το άριστο μέγεθος και παράγει τον άριστο συνδυασμό υπηρεσιών με δεδομένες τις τιμές των παραγωγικών συντελεστών που χρησιμοποιεί. Είναι κρίσιμο να διευκρινισθεί ότι η βελτίωση της αποτελεσματικότητας κόστους διαφέρει από την απλή μείωση του κόστους που μπορεί να είναι αποτέλεσμα της ελάττωσης του αριθμού εργαζομένων και υποκαταστημάτων, της ενοποίησης των διοικήσεων κ.ά. Αν η μείωση των δαπανών αυτών συνοδευθεί από αντίστοιχη μείωση του συνολικού ενεργητικού της τράπεζας ή των εσόδων της, τότε θα αντανακλά απλώς τη σμίκρυνση του μεγέθους και όχι τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς της.

Πολλοί ερευνητές συμφωνούν ότι οι εξαγορές και συγχωνεύσεις μεταξύ των τραπεζών είχαν περιορισμένη επίδραση στο -εκτός τόκων- κόστος και στο ότι η μείωση του κόστους δεν συνεπάγεται πάντοτε άνοδο των κερδών ακόμη και την περίπτωση των μεγάλων τραπεζών των ΗΠΑ. Αυτό αποδίδεται στο υψηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων και στη δυσκολία λόγω του μεγάλου μεγέθους μιας τράπεζας, να ανταποκριθεί στη ζήτηση τραπεζικών υπηρεσιών από μικρές επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με τη μελέτη, έχει αποδειχθεί ότι η βελτίωση της αποτελεσματικότητας κερδών είναι πολύ μεγαλύτερη για τις μικρές τράπεζες απ’ ό,τι για τις μεγάλες. Είναι χαρακτηριστική η επισήμανση ότι οι οικονομίες κλίμακας παύουν να υφίστανται όταν η τράπεζα πλησιάσει ένα ορισμένο μέγεθος, ενώ πέραν αυτού του μεγέθους μπορούν να εμφανισθούν και αρνητικές οικονομίες κλίμακας, προφανώς λόγω δυσκολιών διοίκησης που παρουσιάζουν οι μεγάλες τράπεζες.

Από την ανάλυση των οικονομικών στοιχείων της περιόδου που ερευνάται, προκύπτει ότι το σύνολο των τραπεζών παρουσιάζει υψηλή αναποτελεσματικότητα κόστους. Αυτό κυρίως οφείλεται στις συνολικές δαπάνες προσωπικού και ειδικότερα στον αριθμό των απασχολουμένων.

Ωστόσο, η αναποτελεσματικότητα κόστους εμφανίζει αισθητή πτώση στις μικρότερες τράπεζες με μέσο ενεργητικό έως 400 δισ. δρχ. και άνοδο για τις μεγαλύτερες τράπεζες με μέσο ενεργητικό άνω των 400 δισ. δρχ.

Οσον αφορά την αναποτελεσματικότητα κερδών του συνόλου των τραπεζών, κυμαίνεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα της τάξεως του 70% και αποδίδεται τόσο στην αναποτελεσματικότητα κόστους όσο και στην αναποτελεσματικότητα κερδών με βάση την παραγωγικότητα κυρίως της εργασίας και σε μικρότερο βαθμό του κεφαλαίου και του ενεργητικού.

Η σχέση μεταξύ αναποτελεσματικότητας κερδών και μεγέθους τραπεζών αντανακλά τη σχέση κόστους και μεγέθους και όχι την αντίστοιχη σχέση της παραγωγικότητας.

Η δυσμενής αυτή εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά την περίοδο 2000 – 2002 κατά την οποία ουσιαστικά ωρίμασαν και απορροφήθηκαν σε μεγάλο βαθμό οι πρώτες άμεσες επιπτώσεις των συγχωνεύσεων και εξαγορών.

Την τριετία αυτή, η αναποτελεσματικότητα κόστους, αναφέρει η μελέτη, περιορίζεται σημαντικά για το σύνολο των τραπεζών και ιδιαίτερα για τις μεγάλες τράπεζες με μέσο ενεργητικό άνω των 400 δισ. δρχ. Ενδιαφέρουσα είναι η διαπίστωση ότι ο περιορισμός της αναποτελεσματικότητας κόστους εμφανίζεται αν υπολογισθεί με βάση τα λειτουργικά έξοδα ή τις δαπάνες προσωπικού, αλλά αντίθετα διευρύνεται με βάση το μέσο πραγματικό μισθό.

Παρ’ όλα αυτά, η αναποτελεσματικότητα κερδών του συνόλου των τραπεζών παραμένει ακόμη σε υψηλό επίπεδο (38%). Γενικά όμως τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται οικονομίες κλίμακας σε όλες τις τράπεζες ανεξαρτήτως μεγέθους, ως αποτέλεσμα και των εξαγορών – συγχωνεύσεων που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο μετά το 1997, αν και δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συμβολή και άλλων παραγόντων όπως η εισαγωγή νέας τεχνολογίας, η αύξηση της ρευστότητας των τραπεζών κ.λπ.

Συμπερασματικά, οι συγχωνεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα μέχρι το 2000, οδήγησαν σε θετικά αποτελέσματα τα επόμενα χρόνια και συγκεκριμένα επέτρεψαν τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας κερδών των τραπεζών που προέκυψαν από τις συγχωνεύσεις. Στην εξέλιξη αυτή, σημειώνεται, θετική ήταν η συμβολή της παραγωγικότητας της εργασίας.

Τέλος, καταλήγει η μελέτη, φαίνεται ότι υπάρχουν ακόμη αναξιοποίητα περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης της αποτελεσματικότητας των τραπεζών και αυτό παρά το γεγονός ότι την τριετία 2000 – 2002 σημειώθηκε ενίσχυση του βαθμού συγκέντρωσης της τραπεζικής αγοράς.