ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΜΑΚΡΟΣΚΟΠΙΚΑ

Το έτος 2003 η πλειοψηφία των ψηφοφόρων θα είναι συνταξιούχοι. Οι πιθανότητες να έχει, μέχρι τότε, αντιμετωπιστεί το πραγματικά και ανησυχητικό πρόβλημα του συστήματος συντάξεων δεν είναι αισιόδοξες. Αυτό, τουλάχιστον, είναι το συμπέρασμα που μπορεί να βγάλει κανείς από την οξύτητα, την απουσία επιχειρημάτων και την απουσία σεβασμού προς τον πολίτη με την οποία «συζητήθηκε» τις προηγούμενες μέρες το θέμα αυτό στο πλαίσιο του (δήθεν) προεκλογικού αγώνα.

Οι κραυγές, σε τίποτε δεν αλλάζουν την ουσία. Ο Γιώργος Σουφλιάς είχε δίκιο όταν σημείωνε στο πρόγραμμά «του» πως «Αντί (το ΠΑΣΟΚ) να αντιμετωπίσει σοβαρά το πρόβλημα, το μετέθεσε στο μέλλον» και, ακόμη, ότι «αν αξιοποιούσε το οπλοστάσιο των νόμων Σουφλιά και Σιούφα, σήμερα το πρόβλημα θα ήταν περιορισμένο». Δυστυχώς, όμως, γι’ αυτόν, δεν είχε βγάλει τα κατάλληλα συμπεράσματα από το χουνέρι που είχε πάθει ο κ. Σημίτης όταν επιχείρησε να κάνει αυτό ακριβώς που ζητεί σήμερα ο κ. Σουφλιάς. Δεν είχε προσέξει ότι ο κ. Χρήστος Πρωτόπαπας, από τη θέση, τότε, του υφυπουργού Εργασίας, «έσκαψε τον λάκκο» του κ. Τάσου Γιαννίτση, ξεσηκώνοντας όλο το «παλιό ΠΑΣΟΚ». Δεν είχε προσέξει, ακόμη, ότι ο πανίσχυρος υπουργός κ. Νίκος Χριστοδουλάκης υποχρεώθηκε να υποχωρήσει επίσης όταν διαπραγματεύθηκε το μέγεθος της κρατικής επιχορήγησης στο ΙΚΑ, την κάλυψη των ανομιών και ελλειμμάτων στα ασφαλιστικά ταμεία της ΔΕΗ και αλλού.

«Κανένας νόμος δεν αρκεί για να δώσει λύση στο Ασφαλιστικό, αν δεν αντιμετωπιστούν οι παράγοντες που το επηρεάζουν και ανατρέπουν την ισορροπία του, όπως το δημογραφικό, ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης, το ποσοστό ανεργίας, η έκταση της μαύρης εργασίας, η οικονομική κατάσταση των ταμείων υγείας, η οργάνωση των ταμείων, η αξιοποίηση της περιουσίας τους», σημειώνει -πολύ ορθώς- στο οικονομικό της πρόγραμμα η Ν.Δ. Τίποτε, ωστόσο, από τα παραπάνω δεν μπορεί να μπει στην ατζέντα του πολίτη, όσο η σκέψη σκιάζεται από το φόβο για το μέλλον.

Η κυβερνητική παράταξη, από την πλευρά της, δεν κερδίζει τίποτε όταν κάνει ασκήσεις «άγριας αντιπολίτευσης». Η φοβέρα και τα αναθέματα θυμίζουν στον ψηφοφόρο τις ατυχείς δικές της προσπάθειες να αντιμετωπίσει το ασφαλιστικό πρόβλημα. Του θυμίζουν επίσης πόσο υψηλές είναι οι ασφαλιστικές εισφορές, πόσο χαμηλές παραμένουν οι κατώτατες συντάξεις και πόσο χαμηλού επιπέδου είναι οι υπηρεσίες των ταμείων υγείας. Αλλωστε, οι μετά το 1993 κυβερνήσεις εφήρμοσαν και δεν άλλαξαν τις ουσιώδεις προβλέψεις των κ. Σιούφα και Μάνου. Η προσπάθεια του κ. Σημίτη μέσω της έκθεσης Σπράου – Τήνιου, το 1997, να ανοίξει τον διάλογο για την ανάγκη βαθύτατων και μακρόπνοων αλλαγών στο Ασφαλιστικό συνάντησε -και τότε- τις άναρθρες κραυγές του «παλαιού ΠΑΣΟΚ». Ο κ. Σουφλιάς ήταν από τους λίγους που την είχε χαρακτηρίσει «βάση για ουσιαστικό διάλογο και γενναίες αποφάσεις». Αν και ο κ. Γιώργος Αλογοσκούφης είχε παρατηρήσει ότι πρόκειται για «ακαδημαϊκό κείμενο».

Μετά το άδοξο τέλος της «συζήτησης» που έγινε για το Ασφαλιστικό, εκτός από την τρανή απόδειξη για το τραγικό επίπεδο του «πολιτικού πολιτισμού», καλό είναι να θυμηθούμε τα κύρια χαρακτηριστικά της πληγής που αποτελεί το ασφαλιστικό σύστημα για τη χώρα και τους πολίτες της.

Οι ασφαλιστικές εισφορές είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Στην εποχή του άμεσου και σκληρού ανταγωνισμού επιβαρύνουν υπέρμετρα το κόστος εργασίας. Περιορίζουν ένα ήδη χαμηλό εισόδημα για τη μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών. Οι έμμεσες επιβαρύνσεις (κρατήσεις και φορολογία) στα κέρδη και στην εργασία αποτελούν σοβαρό παράγοντα γεωγραφικής μετακόμισης των επιχειρήσεων, περιορισμού της απασχόλησης και διεύρυνσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Οι πληρωμές για συντάξεις απορροφούν το 13% του προϊόντος που δημιουργούμε, ενώ ξεπερνούν το μισό των κοινωνικών δαπανών. Παρεμποδίζοντας τη χρηματοδότηση απαραίτητων ενεργειών: στην πρόνοια, στην παιδεία και αλλού.

Η επόμενη κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει δύο ακόμη από τα πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία του Ασφαλιστικού. Πρώτον, θα πρέπει να εξομαλύνει με τα κατάλληλα κίνητρα την απαράδεκτη ανισότητα που υπάρχει μεταξύ των ασφαλισμένων πριν και μετά το 1993. Το ισοζύγιο μεταξύ των γενεών υποστηρίζει τις παλαιές γενιές, ενώ είναι εξαιρετικά άδικο για τις νεότερες. «Η επιβολή τόσο μεγάλου βάρους σε μια γενιά εγείρει σημαντικά θέματα δικαιοσύνης μεταξύ των γενεών», σημείωνε πρόσφατα ο κ. Πλάτων Τήνιος. Είναι προφανές ότι απαιτείται ελάφρυνση των ασφαλιστικών επιβαρύνσεων για τις επιχειρήσεις, με ενίσχυση της τριμερούς χρηματοδότησης.

Δεύτερον, απαιτείται η καθιέρωση και υποστήριξη του τρίτου πυλώνα με γενναίες φοροελαφρύνσεις για τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια, ομαδικές εταιρικές ασφαλίσεις, πλήρη διαδοχική ασφάλιση και άλλα παράλληλα μέτρα ενίσχυσης της μακρόπνοης αποταμίευσης. «Η σταδιακή εισαγωγή ενός κεφαλαιοποιητικού συστήματος που θα αντικαθιστούσε μέρος της επικουρικής ασφάλισης θα βοηθούσε στην αποκατάσταση της βιωσιμότητας», σημείωνε πρόσφατα ο πρόεδρος της Εμπορικής Τράπεζας κ. Γιάννης Στουρνάρας.

Είναι προφανές ότι, στο τέλος της ημέρας, οι ασφαλιστικές αλλαγές αποτελούν μία από τις σπουδαιότερες διαρθρωτικές προσαρμογές, όπως άλλωστε περιγράφει η «Ατζέντα της Λισσαβώνας» την οποία -με πολλές δυσκολίες και τριβές- προσπαθούν να ακολουθήσουν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Θα βρεθεί άραγε ένας πολιτικός ικανός να προετοιμάσει την αναπτυξιακή διάσωση του συστήματος; Μπορεί ο κεγκελάριος Σρέντερ να κέρδισε «σαν από θαύμα» τις εκλογές, αλλά δεν διστάζει να θυσιαστεί για να αντιμετωπίσει η Γερμανία τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Ποιος όμως θα εξηγήσει στους Ελληνες ότι στο μέλλον θα συνταξιοδοτούμαστε αργότερα; Το ποσοστό εκείνων που το αντιλαμβάνονται μειώθηκε, στα δέκα τελευταία χρόνια, από 14% σε 6%. Στην κοινή γνώμη των βορείων ευρωπαϊκών κρατών, το ίδιο αυτό ποσοστό υπερδιπλασιάστηκε!