ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αύξηση στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2003

Περιορισμένη άνοδο κατά 76 εκατ. ευρώ φτάνοντας τα 8.648 εκατ. ευρώ παρουσίασε το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2003, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε αυτήν την εβδομάδα η Τράπεζα της Ελλάδος. Αυτή η εξέλιξη είχε αποτέλεσμα να μειωθεί στο 5,7% του ΑΕΠ από 6,1% το 2002. Οι εξαγωγές μας αυξήθηκαν σημαντικά, οι εισαγωγές μειώθηκαν με την εξαίρεση των καυσίμων που αυξήθηκαν σημαντικά, η ναυτιλία και οι άλλες μεταφορές συνέβαλαν αποφασιστικά στο ισοζύγιο υπηρεσιών αντισταθμίζοντας τον καχεκτικό τουρισμό, ενώ πληρώσαμε πολλά χρήματα σε τόκους στους ξένους επενδυτές, που φαίνεται να λατρεύουν τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου.

Αναλυτικότερα, τόσο το συνολικό εμπορικό έλλειμμα όσο και το εμπορικό έλλειμμα εκτός καυσίμων μειώθηκαν. H άνοδος των εισπράξεων από εξαγωγές αγαθών εκτός καυσίμων κατά 521 εκατ. ευρώ, σε συνδυασμό με τη μείωση των αντίστοιχων πληρωμών για εισαγωγές κατά 75 εκατ. ευρώ, οδήγησαν στον περιορισμό του εμπορικού ελλείμματος εκτός καυσίμων κατά 596 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, η μείωση του συνολικού εμπορικού ελλείμματος ήταν αισθητά μικρότερη, επειδή η δαπάνη για καθαρές εισαγωγές καυσίμων αυξήθηκε κατά 531 εκατ. ευρώ.

Θετικά εξελίχθηκε και το ισοζύγιο υπηρεσιών, του οποίου το πλεόνασμα διευρύνθηκε κατά 743 εκατ. ευρώ, αντανακλώντας τη βελτίωση των καθαρών εισπράξεων από μεταφορικές υπηρεσίες, ενώ οι καθαρές εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες περιορίστηκαν.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου εισοδημάτων διευρύνθηκε κατά 524 εκατ. ευρώ, λόγω αυξημένων πληρωμών για τόκους σε ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου, γεγονός που οφείλεται στη συνεχιζόμενη αύξηση των τοποθετήσεων μη κατοίκων σε αυτούς τους τίτλους. Τέλος, τον περιορισμό του πλεονάσματος του ισοζυγίου μεταβιβάσεων (κατά 360 εκατ. ευρώ) προκάλεσε η μείωση των καθαρών μεταβιβάσεων από την Ε.Ε. προς τον τομέα της γενικής κυβέρνησης, η οποία υπεραντιστάθμισε την αύξηση των καθαρών μεταβιβάσεων προς τους λοιπούς τομείς.

Τον Δεκέμβριο 2003 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαμορφώθηκε σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με εκείνο του αντίστοιχου μήνα του προηγούμενου έτους. Οι ευνοϊκές εξελίξεις στο ισοζύγιο των υπηρεσιών και στο ισοζύγιο των μεταβιβάσεων αντιστάθμισαν σχεδόν πλήρως την αύξηση του εμπορικού ελλείμματος, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου εισοδημάτων παρέμεινε περίπου σταθερό.

Ειδικότερα, οι εισπράξεις από εξαγωγές αγαθών εκτός καυσίμων παρουσίασαν βελτίωση. Ωστόσο, η αξιόλογη αύξηση των πληρωμών για εισαγωγές αγαθών εκτός καυσίμων αλλά και η μικρή αύξηση των καθαρών πληρωμών για εισαγωγές καυσίμων οδήγησαν τελικά σε διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος. Η άνοδος του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών προήλθε από την αύξηση των καθαρών εισπράξεων από μεταφορικές υπηρεσίες, ενώ οι καθαρές εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες έμειναν σχεδόν στάσιμες. Τέλος, η άνοδος του πλεονάσματος του ισοζυγίου μεταβιβάσεων αντανακλά κυρίως την άνοδο των καθαρών μεταβιβάσεων από την Ε.Ε. προς τον τομέα της γενικής κυβέρνησης. Σε ολόκληρο το 2003 παρατηρήθηκε καθαρή εισροή ύψους 545 εκατ. ευρώ στην κατηγορία των άμεσων επενδύσεων. Ειδικότερα οι άμεσες ξένες επενδύσεις έφτασαν τα 585,9 εκατ. ευρώ από μόλις 53,4 εκατ. ευρώ το 2002! Ομως, όπως θα δούμε στην ανάλυση του Δεκεμβρίου, αυτό οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην εξαγορά της Ρanafoαπό τη μητρική Vodafon.

Την ίδια περίοδο σημειώθηκε σημαντική καθαρή εισροή ύψους 12.334 εκατ. ευρώ στην κατηγορία των επενδύσεων χαρτοφυλακίου, κυρίως -όπως ήδη αναφέρθηκε- λόγω της εισροής κεφαλαίων για τοποθετήσεις μη κατοίκων σε ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου. Παράλληλα, αυξήθηκαν σημαντικά οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου στο εξωτερικό από κατοίκους. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά κυρίως το γεγονός ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του χαρτοφυλακίου της, αύξησε τις τοποθετήσεις της σε ομόλογα κρατών-μελών της Ζώνης του Ευρώ και μείωσε τις τοποθετήσεις της σε νομίσματα χωρών εκτός της Ζώνης του Ευρώ, με αποτέλεσμα αντίστοιχη μείωση των συναλλαγματικών διαθεσίμων της (στα οποία δεν περιλαμβάνονται οι απαιτήσεις σε ευρώ έναντι κατοίκων χωρών της Ζώνης του Ευρώ). Τέλος, στην κατηγορία των «λοιπών» επενδύσεων σημειώθηκε καθαρή εκροή 7.624 εκατ. ευρώ. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε, αφενός, η συνεχιζόμενη σημαντική εκροή για καταθέσεις και τοποθετήσεις σε repos στο εξωτερικό από κατοίκους (κυρίως από πιστωτικά ιδρύματα), η οποία αντανακλά την όλο και μεγαλύτερη ενοποίηση των χρηματαγορών στη Ζώνη του Ευρώ, και αφετέρου η αποπληρωμή δανείων σημαντικού ύψους, κυρίως από τον τομέα της γενικής κυβέρνησης. Τον Δεκέμβριο 2003 παρατηρήθηκε σημαντική καθαρή εισροή κεφαλαίων στην κατηγορία των άμεσων επενδύσεων ύψους 1.144 εκατ. ευρώ, που οφείλεται σε μόλις δύο αιτίες: την εξαγορά της Ρanafoαπό τη Vodafoκαι τη μείωση της συμμετοχή μιας ελληνικής εταιρείας στο μετοχικό κεφάλαιο θυγατρικής εταιρείας της στο εξωτερικό. H Τράπεζα της Ελλάδος δεν κατονομάζει την εταιρεία ή τη θυγατρική της. Στην κατηγορία των επενδύσεων χαρτοφυλακίου, η καθαρή εισροή ύψους 1.694 εκατ. ευρώ αντανακλά κυρίως την εισροή κεφαλαίων για τοποθετήσεις μη κατοίκων σε ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου. Τέλος, όσον αφορά τις «λοιπές» επενδύσεις, η καθαρή εκροή ύψους 1.444 εκατ. ευρώ συνδέεται κυρίως με τη μείωση των καταθέσεων και τοποθετήσεων σε repos στην Ελλάδα από μη κατοίκους.

Στο τέλος του 2003 τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας διαμορφώθηκαν σε 4,6 δισ. ευρώ. Οπως εξηγεί η Τράπεζα της Ελλάδος, διαφοροποίησε τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου της μειώνοντας τις τοποθετήσεις της σε νομίσματα χωρών εκτός της Ζώνης του Ευρώ (κυρίως σε αμερικανικά δολάρια), τα οποία περιλαμβάνονται στα συναλλαγματικά διαθέσιμα, και αυξάνοντας εκείνα τα στοιχεία του ενεργητικού της που έχουν καλύτερες αποδόσεις ή είναι εκφρασμένα σε ευρώ (κυρίως ομόλογα κρατών-μελών της Ζώνης του Ευρώ, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα συναλλαγματικά διαθέσιμα). «Δεδομένου ότι έχει μειωθεί η ανάγκη για διατήρηση υψηλών αποθεμάτων σε ξένα νομίσματα, με τον τρόπο αυτό η Τράπεζα της Ελλάδος βελτίωσε την αποδοτικότητα των επενδύσεών της και περιόρισε τον κίνδυνο των λογιστικών ζημιών που θα προέκυπταν από τη συνεχιζόμενη υποχώρηση του δολαρίου ΗΠΑ και την ανατίμηση του εγχώριου νομίσματος, δηλαδή του ευρώ», υπογραμμίζει η Τράπεζα της Ελλάδος.