ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τρεις παράγοντες θα καθορίσουν τη μείωση των κοινοτικών κονδυλίων

Από τρεις, αδιευκρίνιστες προς το παρόν, παραμέτρους αναμένεται να κριθεί το εύρος των κοινοτικών κονδυλίων που εισρέουν στην Ελλάδα.

Η πρώτη είναι ο τελικός ακριβής υπολογισμός τού κατά κεφαλήν ΑΕΠ της κάθε μιας περιφέρειας της χώρας. Τα προαναφερθέντα στοιχεία βασίζονται όλα στα δεδομένα του 2001. Ωστόσο, ο τελικός υπολογισμός, ο οποίος θα προταθεί στα τέλη του έτους και θα οριστικοποιηθεί το 2005, θα βασισθεί στον υπολογισμό του μέσου κατά κεφαλήν ΑΕΠ των ετών 2001-2003 ή και 2004. Επιπλέον, θα υπεισέλθουν και άλλοι παράγοντες όπως η πληθυσμιακή πυκνότητα (ένδειξη και αυτή οικονομικής προόδου). Συνολικά όμως, δεδομένου του σχετικά υψηλού ρυθμού ανάπτυξης της χώρας και των περισσοτέρων από τις περιφέρειές της, οι αριθμοί που θα προκύψουν από τον υπολογισμό αυτό, θα είναι υψηλότεροι των σημερινών, άρα είναι εξαιρετικά λογικό να φέρουν τις οριακές περιφέρειες σε ακόμα πιο δύσκολη θέση.

Ενώπιον της καταστάσεως αυτής, η Αθήνα έχει αντιδράσει μόνο με την υπόσχεση εκτεταμένης αλχημείας. Τα σενάρια που έχουν κυκλοφορήσει και στα οποία έχουν αναφερθεί αρκετά ανοικτά υπουργοί σε επισκέψεις τους στις Βρυξέλλες, είναι κατά βάσιν δύο. Το πρώτο περιλαμβάνει τη διόγκωση του πληθυσμού των οριακών περιφερειών και ιδίως της Αττικής, με τον συνυπολογισμό των μεταναστών, το δεύτερο την αναδιάταξη των περιφερειών ώστε και πάλι να μειωθεί, εντελώς τεχνητά αυτήν τη φορά, το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ τους. Εξ ίσου ευρηματικό σενάριο είναι η αναδιαμόρφωση, με ποικίλες δικαιολογίες, των περιφερειών της χώρας, ώστε από το κόψιμο και ράψιμο να καταστούν και πάλι αναξιοπαθούσες εκείνες που σήμερα «ευημερούν»… Κατά πόσον οι εταίροι μας θα αποδεχθούν αδιαμαρτύρητα τέτοιες παρεμβάσεις είναι εξαιρετικά συζητήσιμο.

Η δεύτερη μεταβλητή είναι η (μέχρι τούδε) απαρασάλευτη θέληση σχεδόν του συνόλου των κρατών που κυρίως χρηματοδοτούν τον κοινοτικό προϋπολογισμό, να περιορίσουν σε καθαρές τιμές τις εισφορές τους. Ετσι, αν ο προϋπολογισμός που έχει προτείνει η Επιτροπή, φθάνει σε ύψος περίπου το 1,15% του κοινοτικού ΑΕΠ, η Γερμανία, η Γαλλία, η Βρετανία, η Ολλανδία, η Αυστρία και η Σουηδία, χώρες που έχουν όλες καθαρή συνεισφορά στον προϋπολογισμό (υπό την έννοια ότι συνεισφέρουν σε αυτόν περισσότερα από όσα λαμβάνουν), έχουν ανακοινώσει urbi et orbi ότι δεν επιθυμούν να υπάρξει υπέρβαση του 1%, που είναι το πραγματικό σημερινό ανώτατο όριο.

Ωστόσο, ο περιορισμός στο 1% ή έστω ένα ελαφρώς υψηλότερο ποσοστό σε μία Ενωση των «25» (εκ των οποίων περίπου οι μισοί με σοβαρή οικονομική υστέρηση και εξ ίσου σημαντική ανάγκη χρηματοδοτήσεων), συμπεριλαμβανομένων του πληθωρισμού και του ότι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ της Ευρώπης είναι πενιχρός, οδηγεί με βεβαιότητα σε ακόμα μεγαλύτερο περιορισμό των κονδυλίων.

Η συγκεκριμένη διαπραγμάτευση μόλις αρχίζει και δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί πριν από το τέλος του 2005, όμως όλες οι ενδείξεις κατατείνουν σε έναν συμβιβασμό που σε κάθε περίπτωση θα κινείται σαφώς χαμηλότερα του 1,15%, άρα θα συνιστά σημαντική περικοπή των κονδυλίων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι αρχικά οι Βρυξέλλες δήλωναν ότι είναι αδιανόητο να προτείνουν κάτι λιγότερο από το 1,24%, που είναι και το ανώτατο όριο στο οποίο μπορεί να φθάσει ένας κοινοτικός προϋπολογισμός, όμως τελικά υπό την ασφυκτική πίεση του Βερολίνου και άλλων πρωτευουσών αντελήφθησαν ότι απλώς θα ερέθιζαν περισσότερο τους δυσανασχετούντες και θα έχαναν και οι ίδιες την όποια αξιοπιστία τους ως εταίρος και συνομιλητής κυβερνήσεων ισχυρών και… εξαγριωμένων.

Το τρίτο στοιχείο είναι η θέληση πολλών πλευρών να δουν τον κύριο όγκο, εάν όχι και το σύνολο των κονδυλίων, να στρέφεται προς τις νέες χώρες, που κατά τεκμήριον έχουν και τις μεγαλύτερες ανάγκες, εις βάρος των υφισταμένων κρατών-μελών. Η πρόταση της Επιτροπής κινείται μεν προς την κατεύθυνση αυτή αλλά με πιο συγκρατημένο τρόπο, περιορίζοντας κάπως την ανισορροπία αναγκών – δυνατοτήτων που γεννά η διεύρυνση της Ενωσης.

Ετσι, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο προκλήσεις. Η πρώτη είναι η καθαρά πολιτική διαπραγμάτευση για το συνολικό μέγεθος του κοινοτικού προϋπολογισμού και τη γενικότερη ισορροπία του μεταξύ «παλαιών και νέων», στην οποία μόνο περιφερειακό ρόλο ως σύμμαχος πολύ ισχυροτέρων κρατών μπορεί να διαδραματίσει. Η δεύτερη είναι πολύ πιο τεχνοκρατική κατανομή των κονδυλίων της συνοχής, όπου τα περιθώρια πολιτικής παρέμβασης είναι εξαιρετικά περιορισμένα: τα συνολικά κονδύλια είναι δεδομένα και πεπερασμένα. Η δε μέθοδος με την οποία κατανέμονται είναι μάλλον μαθηματικού χαρακτήρα και εξαιρετικά διαφανής, άρα κάθε απόπειρα αλχημιστικής μεταβολής των δεδομένων από ελληνικής πλευράς θα προσκρούσει, αν μη τι άλλο, στην άμεση αντίδραση εκείνων που θα χάνουν κονδύλια για να τα κερδίσει η Ελλάδα.

Τα αριθμητικά δεδομένα φέρουν την Ελλάδα να αναπτύσσεται σε βαθμό που να έχει θεωρητικώς ολοένα και μικρότερη ανάγκη εξωτερικών τονωτικών ενέσεων.

Στην πορεία θα φανεί αν τα δεδομένα αυτά έχουν κάποια ουσιώδη σχέση με την πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας, που σήμερα ακόμα επιστρέφει στους χρηματοδότες της το ήμισυ των κονδυλίων που της παρέχουν, εισάγοντας προϊόντα και υπηρεσίες που η παγίως στερούμενη επενδύσεων και ανταγωνιστικότητας εγχώρια παραγωγική βάση εξακολουθεί να αδυνατεί να καλύψει…