ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Συντηρητικό το επενδυτικό προφίλ του Ελληνα

Απαισιόδοξοι είναι οι Ελληνες για τα οικονομικά τους στο μέλλον, ενώ επιμένουν στις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις αποφεύγοντας τον υψηλό κίνδυνο. Αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο οι επενδυτές συνεχίζουν να προτιμούν τα προϊόντα βραχυπρόθεσμης αποταμίευσης. Συντηρητικότεροι είναι οι επενδυτές στη δυτική Ευρώπη, ενώ οι θετικές οικονομικές προβλέψεις στις ΗΠΑ έχουν σαν συνέπεια να κατευθύνονται οι Αμερικανοί σε επενδύσεις υψηλότερου κινδύνου: 12% περισσότεροι Αμερικανοί επενδύουν αυτήν την περίοδο σε μετοχές και σε μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια απ’ ό,τι το φθινόπωρο του προηγούμενου έτους. H διάθεση των επενδυτών να αναλάβουν κινδύνους ποικίλλει από περιοχή σε περιοχή, αλλά εξαρτάται επίσης από το επίπεδό της εκπαίδευσης και του οικογενειακού εισοδήματος. Αυτά είναι τα βασικά συμπεράσματα του Investment Barometer, μιας έρευνας του ομίλου GfK Group για λογαριασμό της εφημερίδας The Wall Street Journal Εurope.

Σύμφωνα με αυτήν την έρευνα, οι Ελληνες εμφανίζονται να επενδύουν σαφώς λιγότερο από τους άλλους Ευρωπαίους. Ούτως ή άλλως 5% περισσότεροι Ελληνες σε σχέση με τους Δυτικοευρωπαίους δηλώνουν ότι έχουν λιγότερα από 50.000 ευρώ διαθέσιμα για επένδυση (90% έναντι 85%). Το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί κατά 4% από την άνοιξη του 2003.

Τα επενδυτικά εργαλεία

Οι βραχυπρόθεσμες τραπεζικές καταθέσεις, οι ασφάλειες ζωής και οι μετοχές αποτελούν τόσο για τους Ελληνες όσο και για τους Δυτικοευρωπαίους τα δημοφιλέστερα επενδυτικά εργαλεία με κάποιες, όμως, διαφορές. Και στις τρεις κατηγορίες οι Ελληνες επενδύουν σε μικρότερα ποσοστά απ’ ό,τι οι Δυτικοευρωπαίοι. Από την άνοιξη του 2003 το ποσοστό των Ελλήνων που επενδύει σε μετοχές παραμένει στο 9-10%. Το ίδιο ποσοστό βρίσκεται στο 16% του πληθυσμού για τη δυτική Ευρώπη, ενώ στις ΗΠΑ φτάνει το 40%.

Γενικότερα τα αποτελέσματα για την Ελλάδα είναι περίπου τα ίδια σε σχέση με την άνοιξη του 2003, γεγονός που φανερώνει μια παγίωση στις επενδυτικές επιλογές του κοινού.

Στην Ελλάδα το 49% δηλώνει ότι στο μέλλον θα επενδύσουν λιγότερα ή πολύ λιγότερα χρήματα. Το 36% δηλώνει ότι θα αποταμιεύσει το ίδιο, όπως τους προηγούμενους 12 μήνες και το 15% θεωρεί ότι στο μέλλον θα επενδύσει περισσότερα χρήματα. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τη δυτική Ευρώπη είναι 38%, 45% και 15%. Τα επενδυτικά προϊόντα τα οποία δηλώνουν ότι θα προτιμήσουν αυτοί που θα αυξήσουν τις επενδύσεις τους είναι οι βραχυπρόθεσμες καταθέσεις, οι ασφάλειες ζωής και οι μετοχές κατά 12%, 6% και 3% αντίστοιχα. Αντίθετα αυτοί που θα μειώσουν τις τοποθετήσεις τους θα φύγουν από τις μετοχές κατά 8%, από τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις κατά 21%, ενώ από τις ασφάλειες ζωής μόνο 1%.

Οι Ελληνες που ανήκουν στα υψηλότερα επίπεδα μόρφωσης και εισοδήματος έχουν μεγαλύτερη τάση για επενδύσεις σε μετοχές και γενικά επενδύσεις με υψηλότερο κίνδυνο. Ατομα με χαμηλότερα εισοδήματα προτιμούν να επενδύουν σε βραχυπρόθεσμες τραπεζικές καταθέσεις. Γενικά, οι Αθηναίοι φαίνονται πιο ριψοκίνδυνοι από τους υπόλοιπους Ελληνες καθώς προτιμούν τις μετοχές σε ποσοστό 15% έναντι του μέσου ποσοστού 9% που αναφέρεται σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα (Θεσσαλονίκη, αστικές, ημιαστικές και αγροτικές περιοχές).

Προσεκτικοί οι Ευρωπαίοι

Στη δυτική Ευρώπη, οι επενδυτές είναι πιο προσεκτικοί με τα χρήματά τους απ’ ό,τι το προηγούμενο έτος: το 60% κρατάει αυτήν την περίοδο τα χρήματά του στα βραχυπρόθεσμα επενδυτικά προϊόντα, μια αύξηση σε ποσοστό 6% από το έτος 2002. Σε ποσοστό 44% συνολικά, οι επόμενες δημοφιλείς μορφές επένδυσης είναι οι ασφάλειες ζωής και τα συνταξιοδοτικά προγράμματα, σχεδόν αμετάβλητα από το προηγούμενο έτος. Η αβεβαιότητα σχετικά με την οικονομία και τα προσωπικά εισοδήματα έχει αναγκάσει επίσης τους Δυτικοευρωπαίους επενδυτές να αποφεύγουν τα προϊόντα μεγαλύτερου κινδύνου. Σε ένα έτος το ποσοστό των επενδυτών που διατηρούσε μετοχές ή μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια υποχώρησε από το 27% στο 24%. Οι επενδυτές της δυτικής Ευρώπης περιμένουν ακόμα την ανάκαμψη του Χρηματιστηρίου, όπως αποκαλύπτει η απάντηση στην ερώτηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι αποταμιευτές θα διαθέσουν το ποσό των 50.000 ευρώ μεταξύ διαφορετικών επενδύσεων. Το 42% αναφέρει ότι θα επένδυε σε βραχυπρόθεσμα προϊόντα αποταμίευσης, το 36% σε ασφάλειες ζωής ή συνταξιοδοτικά προγράμματα και το 28% σε μετοχές ή κεφάλαια βασισμένα σε μετοχές.

Οι Δυτικοευρωπαίοι επενδυτές είναι επίσης, πιο απαισιόδοξοι για το οικονομικό μέλλον τους, με το 45% από εκείνους που ερευνήθηκαν να θεωρεί ότι θα ήταν σε θέση να αποταμιεύσουν το ίδιο ποσό, όπως στο προηγούμενο έτος κατά τη διάρκεια των επόμενων δώδεκα μηνών, το 15% των αποκρινόμενων βλέπει μεγαλύτερες ευκαιρίες αποταμίευσης στο μέλλον και ποσοστό 38% «υποψιάζεται» ότι δεν θα ήταν σε θέση να τοποθετήσει περισσότερα χρήματα στην άκρη στο μέλλον.

Προτιμούν μετοχές

Αντίθετα με τη δυτική Ευρώπη, οι μετοχές είναι ακόμα η πιο εκτεταμένη μορφή επένδυσης στις ΗΠΑ και γίνονται ακόμη πιο δημοφιλείς. Δώδεκα μήνες πριν, το 44% των Αμερικανών αποταμιευτών επένδυαν σε μετοχές ή σε αμοιβαία κεφάλαια, ενώ ο αριθμός αυτός έχει ανέλθει τώρα σε 56%. Περίπου ο ένας στους τέσσερις Αμερικανούς θεωρεί ακόμα τις εισηγμένες μετοχές σαν τον σημαντικότερο τύπο επένδυσης, ενώ μόνο το 10% των Δυτικοευρωπαίων συμφωνεί.

Ενας στους τρεις Αμερικανούς δηλώνει ότι αν είχε στη διάθεσή του 50.000 δολάρια θα επένδυε σε μετοχές ή μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια, γεγονός που δείχνει ότι το Χρηματιστήριο δεν έχει χάσει την ελκυστικότητα στις ΗΠΑ. Κατά το προηγούμενο έτος μόνο ένας στους πέντε θα έκανε αυτήν την επιλογή.

Η αυξανόμενη αισιοδοξία σχετικά με την οικονομική ανάπτυξη απεικονίζεται επίσης στο γεγονός ότι 40% των Αμερικανών θεωρούν ότι θα έχουν περισσότερα χρήματα να επενδύσουν στο μέλλον, ποσοστό 5% περισσότερο απ’ ό,τι στο προηγούμενο έτος.

Σύμφωνα με την έρευνα της GfK, όσο πιο υψηλό είναι το επίπεδο εκπαίδευσης και εισοδήματος, τόσο μεγαλύτερη είναι η προθυμία να επενδύσει κάποιος σε προϊόντα υψηλότερου κινδύνου. Οταν ρωτήθηκαν σε ποια προϊόντα έχουν επενδύσει, 29% των υψηλόμισθων εργαζομένων είπαν ότι τοποθετούνται σε μετοχές ή μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια. Για τους εργαζόμενους μεσαίου εισοδήματος το ποσοστό ήταν 17% και μόνο 7% για εκείνους με χαμηλά εισοδήματα. Βεβαίως, οι άνθρωποι με υψηλότερα εισοδήματα επενδύουν περισσότερο σε όλους τους τύπους προϊόντων επένδυσης από εκείνους που είναι λιγότερο εύποροι.

Η ταυτότητα της έρευνας στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα η εν λόγω έρευνα, πραγματοποιήθηκε μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων με την μέθοδο CATI (Computer Assisted Telephone Interviewing), από 11 έως 24 Νοεμβρίου σε αντιπροσωπευτικό1.250 ατόμων (ανδρών και γυναικών ηλικίας από 18 έως 64 ετών). Το μέγιστο στατιστικό σφάλμα υπολογίζεται σε ποσοστό ±2,8%. Η επιλογή των ερωτωμένων βασίζεται σε quota (ποσοστώσεις) κατά φύλο, ομάδα ηλικίας και αστικότητα. Οι αριθμοί τηλεφώνου των νοικοκυριών επιλέγονται τυχαία από του ηλεκτρονικούς καταλόγους του ΟΤΕ. Το ερωτηματολόγιο αποτέλεσε μέρος της Πολυσσυμετοχικής Πανελλαδικής Ερευνας CATIBUS, που διεξάγει η GfK Market Analysis από το 1996.

Τι περιλαμβάνει το Investment Βarometer

Το Investment Barometer διεξάγεται δύο φορές τον χρόνο και παρέχει σημαντικές πληροφορίες για τις επενδυτικές τάσεις των ιδιωτών επενδυτών στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Οι ερωτήσεις περιλαμβάνουν ποιες οικονομικές επενδύσεις διατηρούν οι καταναλωτές, πώς αυτοί θα επένδυαν 50.000 ευρώ και την προτιμώμενη και λιγότερο προτιμώμενη μορφή επένδυσης. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την GfK Ad Hoc Research παγκοσμίως για λογαριασμό της εφημερίδας The Wall Street Journal Europe, με την οικονομική ενίσχυση της GfK-Nernberg e.V. μεταξύ Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2003 και περιέλαβε συνολικά δείγμα 14.544 ατόμων σε 18 χώρες. Το δείγμα για την Ελλάδα ήταν 861 άτομα. O γερμανικός όμιλος ερευνών αγοράς GfK έχει 16 θυγατρικές εταιρείες στη Γερμανία και περισσότερες από 120 άλλες θυγατρικές εταιρείες σε 50 διαφορετικές χώρες παγκοσμίως. Το 1999 εντάχθηκε στον όμιλο η ελληνική Market Analysis.