ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ελλειμμα διαφάνειας στα στοιχεία που παρουσιάζουν οι τράπεζες για τα προβληματικά δάνεια

Τι ακριβώς συμβαίνει με τα δάνεια που βρίσκονται σε καθυστέρηση και πόσο ειλικρινή είναι τα στοιχεία που δημοσιοποιούν οι τράπεζες; Το ερώτημα αυτό απασχολεί έντονα τραπεζικούς παράγοντες στην Ελλάδα, αλλά και το εξωτερικό, καθώς το έλλειμμα διαφάνειας που υπάρχει σήμερα γεννάει αμφιβολίες για την ακρίβεια των στοιχείων που αφορούν τα προβληματικά δάνεια των τραπεζών.

Πέπλο μυστηρίου καλύπτει τα κριτήρια με τα οποία η κάθε τράπεζα χαρακτηρίζει προβληματικό ένα δάνειο, τον υπολογισμό της ζημίας, την καταγραφή του προβλήματος, τη «λογιστική αντιμετώπισή» του και τον βαθμό ειλικρίνειας με τον οποίο ραπορτάρουν οι τράπεζες τα προβληματικά δάνεια στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Σοβαρή εστία προβληματισμού αποτελεί και η αποτελεσματικότητα των ελέγχων που πραγματοποιεί η Τράπεζα της Ελλάδος. Στελέχη τραπεζών χαρακτηρίζουν την εποπτεία της ΤτΕ ως παθητική μεταδίδοντας ότι η κεντρική τράπεζα δεν πραγματοποιεί αναλυτικούς ελέγχους στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών για να διαπιστώσει την ακρίβεια των στοιχείων που τις υποβάλλουν οι τράπεζες και περιορίζεται στην αποδοχή των περιοδικών δηλώσεων των τραπεζών.

Χαρακτηριστική, και ταυτόχρονα τρομακτική, είναι η περίπτωση της Γενικής Τράπεζας. H τράπεζα εξαγοράστηκε το 2004 από τη γαλλική Societe Generale και μέσα σε μια νύχτα οι Γάλλοι τεχνοκράτες αποκάλυψαν ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αποτελούσαν στην πραγματικότητα το 11% του χαρτοφυλακίου έναντι 7,4% που εμφανίζονταν το 2003! Με άλλα λόγια, τα προβληματικά δάνεια ήταν σχεδόν διπλάσια από αυτά που δηλώνονταν στην Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ η Societe Generale για την εξυγίανση τη Γενικής αναγκάστηκε να υπερδιπλασιάσει τις προβλέψεις για επισφαλή δάνεια.

Βέβαια, οι Γάλλοι δεν ανακάλυψαν τον τροχό. Δεν αποτελεί μυστικό το γεγονός ότι στην τραπεζική πιάτσα αμφισβητούνται έντονα τα στοιχεία των προβληματικών δανείων που παρουσιάζει η κάθε τράπεζα. Συχνά, στελέχη τραπεζών αμφισβητούν και ειρωνεύονται την ποιότητα των χαρτοφυλακίων και τα παρουσιαζόμενα στοιχεία άλλων τραπεζών. Φήμες επιμένουν ότι πρόσφατα τράπεζα δεν υπέβαλε στην ΤτΕ κάποια από τις περιοδικές καταστάσεις που υποχρεούνται να αποστέλλουν οι τράπεζες στην Τράπεζα της Ελλάδος, προτιμώντας να πληρώσει το προβλεπόμενο πρόστιμο! Αν η φήμη έχει ψήγματα αλήθειας, τότε μάλλον έχουν δίκιο όσοι κάνουν λόγο για «τυφλή πτήση» σε ό,τι αφορά τα προβληματικά δάνεια.

Σύμφωνα με αναλυτές, τα στοιχεία που δημοσιοποιούν κάθε τρίμηνο οι τράπεζες για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μόνο σχετική αξία και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν αξιόπιστα για συγκρίσεις μεταξύ των τραπεζών.

Με άλλα κριτήρια θέτει η Εθνική τα δάνειά της σε προβληματική κατάσταση (αθέτηση υποχρέωσης – default), με άλλα η Alpha Bank, με άλλα η Eurobank, με άλλα η Εμπορική, με άλλα η Πειραιώς και με άλλα οι άλλες μικρότερες τράπεζες. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μόνον την εσωτερική τάση της κάθε τράπεζας μπορούν να δείξουν και υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι οι ορισμοί και τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό των προβληματικών δανείων δεν αλλάζουν από περίοδο σε περίοδο. Ακόμα μεγαλύτερη ανησυχία επικρατεί για τις μικρού μεγέθους τράπεζες, όπου δεν διαθέτουν τα εξελιγμένα συστήματα διαχείρισης κινδύνου και αυστηρά συστήματα εσωτερικού ελέγχου που διαθέτουν οι μεγάλες τράπεζες.

Η επιμονή των τραπεζών να μην δημοσιοποιούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν ευαίσθητα μάλλον στερείται λογικής, καθώς η έλευση του λεγόμενου Τρίτου Πυλώνα της Βασιλείας II θα προκαλέσει κοσμογονία. O τρίτος πυλώνας θα υποχρεώσει τις τράπεζες να φέρουν στο φως της δημοσιότητας τόσα πολλά και ευαίσθητα για τη λειτουργία τους στοίχεια που θα προκαλέσουν σοκ στην αγορά. H κοινή λογική λέει ότι οι τράπεζες θα έπρεπε σταδιακά να αυξήσουν την πληροφόρηση προς την αγορά, αφ’ ενός για να προετοιμαστούν οι ίδιες και αφ’ ετέρου για να εκπαιδεύσουν τους αναλυτές, τον Τύπο αλλά και τους επενδυτές. Στην πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ υπογραμμιζόταν ότι «πιο έγκαιρα στοιχεία από το τραπεζικό σύστημα θα βελτίωναν τη διαφάνεια και θα ενίσχυαν την πειθαρχία της αγοράς».

Πολλοί οι δρόμοι για την αλήθεια

Η απουσία κοινά αποδεκτής βάσης ορισμού και χειρισμού της αθέτησης αποτελεί ένα σοβαρό μειονέκτημα και δημιουργεί ζήτημα αξιοπιστίας. Ασφαλώς οι τράπεζες δεν παρανομούν ούτε εξαπατούν, ωστόσο η ελαστικότητα που επικρατεί, η αδιαφάνεια και η απροθυμία τους να δημοσιοποιούν σχετικά στοιχεία σε συνδυασμό με την παθητική εποπτεία της ΤτΕ επιτρέπει σε πολλές περιπτώσεις ελιγμούς και συμπεριφορές που κινούνται στο όριο της νομιμότητας.

Ατελείωτες είναι οι ιστορίες όπου στελέχη τραπεζών τηλεφωνούν σε δανειολήπτες που οφείλουν έως και 30.000 ευρώ και δεν μπορούν να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και τους παρακαλούν να καταθέσουν έστω και μέρος των τόκων για να μην ενεργοποιηθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες. Με τον τρόπο αυτό ο λογαριασμός «κινείται» και δεν στιγματίζεται ως προβληματικός. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της αναδιάρθρωσης επιχειρηματικών δανείων. Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει η Τράπεζα της Ελλάδος περί Αθέτησης Υποχρέωσης, η αναδιάρθρωση αποτελεί μια από τις ενδείξεις για τον εντοπισμό δανειοληπτών, οι οποίοι είναι πιθανό να μην εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. «H ΤτΕ θεωρεί ότι οποιαδήποτε αναδιάρθρωση των όρων ενός δανείου που οδηγεί σε εύλογη μείωση της οικονομικής αξίας της απαίτησης (μείωση επιτοκίου ή χρονική μετατόπιση υποχρεώσεων πληρωμών ή αναχρηματοδότηση με ευνοϊκότερους όρους) πρέπει να θεωρείται ως ρύθμιση και επομένως να συνυπολογίζεται στον ορισμό αθέτησης υποχρεώσεων».

Το τρικ των τραπεζών για να αποφύγουν τον στιγματισμό των αναχρηματοδοτούμενων επιχειρηματικών δανείων ως προβληματικά είναι το εξής: λογιστικά αποπληρώνουν το δάνειο κλείνοντας το φάκελο του δανείου που δεν μπορεί να πληρωθεί από τον επιχειρηματία και την ίδια στιγμή χορηγούν νέο δάνειο με ευνοϊκότερους όρους και δημιουργούν νέο «καθαρό» φάκελο. Ετσι συνεχίζουν να διατηρούν το χαρτοφυλάκιό τους «καθαρό» παρά το γεγονός ότι γνωρίζουν ότι δεν έχουν ελπίδα είσπραξης των κεφαλαίων από τους χρεοκοπημένους επιχειρηματίες. Το τρικ αυτό όμως αποτελεί τη μια πλευρά του νομίσματος. H αναχρηματοδότηση αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο που ενισχύει τον ανταγωνισμό και σίγουρα δεν είναι προβληματικό το ότι ένας δανειολήπτης θέλει να πετύχει καλύτερους γι’ αυτόν όρους. Ή κάποιος μπορεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα να αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες χωρίς όμως να φτάσει σε σημείο αθέτησης. H χαρτογράφηση αυτών των λεπτών ορίων μεταξύ της πραγματικής αναχρηματοδότησης και της κατάχρησης για την ωραιοποίηση των στοιχείων αποτελεί το στοίχημα αλλά και υποχρέωση της Τράπεζας της Ελλάδος. Αλλωστε, πλέον η μόνη δραστηριότητα που έχει απομείνει στην ΤτΕ είναι η εποπτεία του τραπεζικού συστήματος.

Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «K», οι περισσότερες τράπεζες σήμερα έχουν θέσει ένα όριο στο ύψος του δανείου για να το χαρακτηρίσουν ως default. Ετσι για δάνεια μέχρι 100.000 ευρώ ακολουθούνται σε γενικές γραμμές οι προβλεπόμενες διαδικασίες, αλλά για μεγαλύτερου ύψους δάνεια -τα οποία μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά τους δείκτες ποιότητας του χαρτοφυλακίου- εφαρμόζονται άλλα κριτήρια. Με άλλα λόγια, για δάνεια άνω των 300.000 ευρώ οι τράπεζες με πλήθος τεχνασμάτων κατορθώνουν να τα εμφανίζουν ως κανονικά, εξυπηρετούμενα ακόμα και αν έχουν πολλούς μήνες να δουν έστω και 1 ευρώ για την αποπληρωμή τους. Το πραγματικό ύψος των δανείων που βρίσκονται σε καθυστέρηση επηρεάζει πολλούς ακόμα παράγοντες. Για παράδειγμα τόκοι που υπολογίζονται σε δάνεια που δεν θα εισπραχθούν ποτέ εμφανίζονται ως έσοδα. Καθοριστικά επηρεάζουν την κερδοφορία του κλάδου και οι προβλέψεις οι οποίες συχνά πυκνά ανεβοκατεβαίνουν ανάλογα με τις ανάγκες της κερδοφορίας. Το βέβαιο είναι ότι παρά τα εξελιγμένα συστήματα διαχείρισης των κινδύνων και τα αυστηρά συστήματα εσωτερικού ελέγχου που έχουν δημιουργήσει οι τράπεζες υπάρχουν «δάνεια – σκουπίδια» τα οποία είναι καλά κρυμμένα… κάτω από το χαλί.