ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΘΕΑΤΗ ΟΨΗ

Οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι εφέτος το δημοσιονομικό έλλειμμα θα περιοριστεί στο όριο του 3%, αλλά την ερχόμενη χρονιά θα ξεπεράσει πάλι το 3,5% του ΑΕΠ, είναι πολύ χαρακτηριστικό. Βέβαια, το 2007 είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι ο προϋπολογισμός θα περιλαμβάνει μέτρα και αποφάσεις που θα ανατρέψουν την εκτίμηση αυτή. Ωστόσο, ο προϋπολογισμός του 2007 αφορά το έτος που προηγείται των εκλογών, οι οποίες κανονικά θα διεξαχθούν τον Μάρτιο το 2008. Ενδεχομένως οι υπολογισμοί της Επιτροπής γίνονται με το δεδομένο του πολιτικού κύκλου. Παραδοσιακά η ελληνική οικονομία εμφανίζει απότομη αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά την προεκλογική χρονιά.

Προφανώς, οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν έχουν ενημερωθεί ακόμα για τα μέτρα πολιτικής που θα εφαρμοστούν το 2007, αφού δεν έχουν ληφθεί ακόμα οι σχετικές αποφάσεις. Είναι όμως φανερό ότι η γενική τάση τρέχει αντίθετα με τις αρχικές επιδιώξεις. Θα χρειαστούν μέτρα που θα ανατρέψουν την τάση αυτήν και παραμένει το ερώτημα αν μπορούν να ληφθούν μέτρα αυτού του χαρακτήρα. Η ήπια προσαρμογή μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη εξυγίανση των οικονομικών του Δημοσίου; Θεωρητικά μπορεί! Αρκεί να διατηρηθεί ρυθμός ανάπτυξης πάνω από το 3%, να διατηρηθούν σε θετική πορεία ο τουρισμός και οι εξαγωγές και να μην υπάρξει κάποια διεθνής κρίση.

Βέβαια, ήδη οι υψηλές τιμές του πετρελαίου προκαλούν επιπλέον εντάσεις και κινδύνους. Μελέτη που δημοσιεύθηκε στη Εurobank Research επισημαίνει ότι για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης μια μόνιμη αύξηση κατά 35% στην τιμή του πετρελαίου (π.χ. από 48 δολ. το βαρέλι σε 65 δολ.) οδηγεί τον πρώτο χρόνο σε μείωση κατά 0,4 της ποσοστιαίας μονάδας της αύξησης το πραγματικού ΑΕΠ στην Ευρωζώνη και 0,2 της μονάδας τον δεύτερο χρόνο.

Στην ίδια μελέτη επισημαίνεται ότι όλες οι έρευνες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι για την Ελλάδα οι αρνητικές επιπτώσεις από την άνοδο του πετρελαίου είναι σημαντικότερες. Εκτιμάται μάλιστα ότι και στις πετρελαϊκές κρίσεις του ’70 και του ’80 οι μεγαλύτερες απώλειες στην ευημερία των κρατών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ήταν στην Ελλάδα και υπολογίζονται σε 8,1% του ΑΕΠ. Ως ευημερία υπολογίζεται η απαιτούμενη αύξηση της κατανάλωσης, εκφρασμένη ως ποσοστό του ΑΕΠ ώστε να διατηρηθεί το βιοτικό επίπεδο των πολιτών στο επίπεδο που ήταν πριν από την πετρελαϊκή κρίση.

Αλλωστε, ενώ στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες η σπουδαιότητα του πετρελαίου έχει μειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, αυτό δεν ίσχύει για την ελληνική οικονομία. Η Ελλάδα δεν πήρε το μάθημα της πετρελαϊκής κρίσης ή το ξέχασε πολύ γρήγορα. Γι’ αυτό και διατηρεί τη μεγαλύτερη στην Ευρώπη εξάρτηση από το εισαγόμενο πετρέλαιο.

Στην Ευρωπαϊκή Ενωση των 15, το ποσοστό εισαγωγών καυσίμων είναι 51,8% της συνολικής κατανάλωσης. Στην Ελλάδα, τα εισαγόμενα καύσιμα αποτελούν το 67,4% της κατανάλωσης. Η εξάρτηση από τις εισαγωγές θα ήταν πολύ μεγαλύτερη στην Ελλαδα αν δεν υπήρχαν τα αποθέματα στερεών καυσίμων, δηλαδή λιγνίτη. Στο πετρέλαιο και το αέριο οι εισαγωγές καλύπτουν σχεδόν το 100%, ενώ στην Ε.Ε. των 15 είναι 79,2% στο πετρέλαιο και 49,2% στο αέριο.

Φαίνεται ότι εκτός από το ακριβό πετρέλαιο θα μάθουμε να ζούμε και σε καθεστώς δημοσιονομικής επιτήρησης…