ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μείωση του ελλείμματος χωρίς εισπρακτικά μέτρα

Να συνεχίσει τη λίαν επιτυχή προσπάθεια μείωσης του ελλείμματος χωρίς ωστόσο να προσφύγει εκ νέου σε εφάπαξ εισπρακτικά μέτρα παροτρύνει την Ελλάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τον Επίτροπο Οικονομικών Χοακίν Αλμούνια να επισημαίνει ότι η μείωση του ελλείμματος πρέπει να είναι διαρθρωτική και μακροπρόθεσμη.

Στην τακτική εαρινή έκθεσή της για την περίοδο 2006 – 2007, την οποία έδωσε χθες στη δημοσιότητα στις Βρυξέλλες, η Επιτροπή προβλέπει ότι το έλλειμμα θα κινηθεί εφέτος στο 3% για να ανακάμψει του χρόνου σε 3,6%. Αυτό όμως αποτελεί μια κατ’ ανάγκην προσωρινή πρόβλεψη που γίνεται με βάση τον προϋπολογισμό του 2006 και όχι εκείνον του 2007 και, φυσικά, δεν συνυπολογίζει στα μεγέθη του ερχόμενου έτους τα (ύψους 0,6% του ΑΕΠ) προσωρινά μέτρα που εντάχθηκαν στον φετινό προϋπολογισμό. Ετσι, η πρόβλεψη για νέα αύξηση του ελλείμματος είναι εκ των πραγμάτων αναθεωρητέα, κάτι που θα γίνει το φθινόπωρο, όταν αφ’ ενός θα έχει καταστεί πιο σαφής η εξέλιξη των μεγεθών φέτος, αφ’ ετέρου θα έχει κατατεθεί στις Βρυξέλλες το σχέδιο προϋπολογισμού του 2007. Για την οικονομία γενικότερα, η έκθεση είναι ενθαρρυντική, προβλέποντας συνέχιση της έστω και βραδείας αποκλιμάκωσης του χρέους αλλά και της ανεργίας στην περίοδο πρόβλεψης, δηλαδή μέχρι το τέλος του 2007. Από την άλλη, ωστόσο, διαπιστώνει ότι δεν έχουν ακόμα καταπολεμηθεί πλήρως οι εγγενείς αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, όπως οι πληθωριστικές πιέσεις, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας, η σχετική πενία ιδιωτικών επενδύσεων, η δυσανάλογη ιδιωτική κατανάλωση και οι πενιχρές επιδόσεις της χώρας στο μέτωπο των εξαγωγών.

Πιο αναλυτικά, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ιδιωτική κατανάλωση, αν και λογικά θα έπρεπε να περιοριστεί υπό το τριπλό βάρος της μισθολογικής λιτότητας, της περιορισμένης αύξησης της απασχόλησης και του πληθωρισμού, αντιθέτως «θα αυξηθεί με ρυθμό ταχύτερο εκείνου των εισοδημάτων», κάτι που θα οδηγήσει σε σταδιακό περιορισμό της αποταμίευσης και αύξηση του δανεισμού των νοικοκυριών, ιδίως σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες επενδύσεις σε ακίνητα.

Ετσι, για τις επενδύσεις γενικότερα, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι μεν δημόσιες θα επανέλθουν από τη μετα-ολυμπιακή κάμψη τους, οι δε ιδιωτικές αναμένεται να ενισχυθούν από τα επενδυτικά κίνητρα που έχουν παρασχεθεί και τη μεταρρύθμιση της εταιρικής φορολογίας. Ο ιδιωτικός τομέας, επισημαίνει η έκθεση, θα πρέπει να καταγράψει και αυξημένα κέρδη, συνολικά όμως «η οικονομική δραστηριότητα θα στηριχθεί σχεδόν αποκλειστικά στην πλευρά της ζήτησης». Στο μέτωπο του εξωτερικού εμπορίου, η Επιτροπή προβλέπει αύξηση τόσο των εισαγωγών όσο και των εξαγωγών, κατά 5% και 7% αντιστοίχως στο διάστημα 2006 – 2007, όμως σημειώνει ότι οι εξαγωγές αγαθών θα παραμείνουν «χαμηλότερες» του επιπέδου στο οποίο θα κινηθεί διεθνώς το εξαγωγικό εμπόριο. Πάντως, επισημαίνεται, ύστερα από μια «μεγάλη διόρθωση» πέρυσι (ιδίως στη ναυτιλία), οι εξαγωγές υπηρεσιών θα επιστρέψουν σε «ρυθμούς αύξησης αντίστοιχους των μακροπρόθεσμων τάσεων», με τη βοήθεια και των αυξητικών τάσεων στον τουρισμό.

Στην αγορά εργασίας πάλι, η Επιτροπή προβλέπει αύξηση της απασχόλησης κατά περισσότερο από 1% ετησίως εφέτος και το 2007, με αντίστοιχη μείωση της ανεργίας κατά περίπου μία μονάδα στη διετία. Από την άλλη πλευρά, οι μισθολογικές αυξήσεις, έστω και συγκρατημένες, δεν θα συνοδευθούν από κάποια αύξηση της παραγωγικότητας, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το εργατικό κόστος με ρυθμό υψηλότερο του μέσου όρου της Ζώνης Ευρώ. Οι δε αυξήσεις αυτές, συνδυαζόμενες με την αυξημένη εσωτερική κατανάλωση και τις τιμές του πετρελαίου, θα τροφοδοτήσουν τον πληθωρισμό, ο οποίος δεν αναμένεται να υποχωρήσει κάτω του 3,25% μέχρι το τέλος του 2007, κάτι που με τη σειρά του θα συνεχίσει να πιέζει ανοδικά το κόστος εργασίας, με προφανείς συνέπειες στη μάχη της ανταγωνιστικότητας. Τέλος, υπό μορφή υποσημείωσης, η Επιτροπή τονίζει ότι οι «στατιστικές» εκκρεμότητες παραμένουν (έστω και αν είναι πλέον πολύ μικρές) και ότι η άριστη συνεργασία μεταξύ της Eurostat και της ελληνικής πλευράς δεν μπορούν να κρύψουν τον «διαρθρωτικό και συστημικό χαρακτήρα» των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το ελληνικό στατιστικό σύστημα.