ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ζήτηση διατηρεί υψηλά τις τιμές των κατοικιών

Η ελληνική αγορά κατοικιών θα παραμείνει μια από τις βασικές κινητήριες δυνάμεις της οικονομίας υποστηριζόμενη, μεταξύ άλλων, από τις δημογραφικές εξελίξεις. Αυτό προβλέπει μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, η οποία εκτιμά ότι τη διετία 2007-2008 η αυξημένη προσφορά κατοικιών, εξαιτίας της εκρηκτικής αύξησης στην έκδοση αδειών ανέγερσης κατοικιών κατά το 2005 (+50% σε ετήσια βάση) και τη διατήρησή της σε υψηλά επίπεδα κατά το 2006, θα συνεχίσει να διοχετεύεται σταδιακά στην αγορά.

Δεδομένης αυτής της σταδιακής προσαρμογής της προσφοράς και με βάση την εκτίμηση ότι η αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος θα υπερβεί το 3% κατά την επόμενη διετία, τα πραγματικά επιτόκια θα αυξηθούν κατά επιπλέον 50 μονάδες βάσης από τα τρέχοντα επίπεδά τους και ο ρυθμός σχηματισμού νέων νοικοκυριών θα συνεχίσει να υπερβαίνει το 1,5% ετησίως, η ζήτηση για κατοικίες αναμένεται να παραμείνει ισχυρή. Η ισχύς της ζήτησης θα επιτρέψει τη διατήρηση της συνεισφοράς της οικιστικής επενδυτικής δαπάνης στο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, κατά την ίδια χρονική περίοδο, στο επίπεδο του 0,7 της ποσοστιαίας μονάδας από 0,9% κατά την περίοδο 2000-05. Η αύξηση της αποπληθωρισμένης τιμής των κατοικιών, κατά το 2007-2008, αναμένεται να επιβραδυνθεί προσωρινά στο 2 με 3% ετησίως, λόγω αυξημένης προσφοράς, πριν ανακάμψει στο 4,2% την περίοδο 2009-2015.

Σύμφωνα με την Εθνική Τράπεζα, η συνολική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα, τόσο μέσω της αυξημένης κατασκευαστικής δραστηριότητας όσο και μέσω των επιδράσεων των περιουσιακών αποτιμήσεων στην κατανάλωση, εκτιμάται στο 0,8 της ποσοστιαίας μονάδας, κατά την επόμενη διετία, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερη από το εκτιμώμενο ποσοστό για την Ευρωζώνη (0,4% κατά την τελευταία εξαετία).

Η αγορά κατοικιών συνιστά διαχρονικά βασική κινητήρια δύναμη της ελληνικής οικονομίας συνεισφέροντας περίπου 1,3 ποσοστιαίες μονάδες στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας κατά την περίοδο 2000-2005. Η επίδραση αυτή πραγματοποιείται κυρίως μέσω δύο διαύλων:

– της επένδυσης σε κατοικίες και

– του αποτελέσματος μεταβολής της αξίας της ακίνητης περιουσίας στην καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών.

Αντανακλώντας την ισχυρή ζήτηση για κατοικίες, οι αποπληθωρισμένες τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 9,3% ετησίως, κατά μέσο όρο, μεταξύ 2000 και 2005 – ρυθμός σημαντικά υψηλότερος από το μέσο όρο της ευρωζώνης με αποτέλεσμα η αξία της ακίνητης περιουσίας των νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ να αυξηθεί κατά 20% κατά την ίδια περίοδο και να ανέρχεται σήμερα στο 650% του ΑΕΠ. Ωστόσο, μετά την εντυπωσιακή αύξηση των αποπληθωρισμένων τιμών των κατοικιών κατά το 2005 – η οποία υπερέβη το 10% σε ετήσια βάση – η αγορά εμφανίζει εντεινόμενες τάσεις επιβράδυνσης (ιδιαίτερα στο λεκανοπέδιο της Αττικής) με τις τιμές να αυξάνουν με ρυθμούς χαμηλότερους του 4,5% ετησίως. Το φαινόμενο αυτό δεν εμφανίζεται μόνο στην ελληνική οικονομία, αλλά και σε άλλες οικονομίες της Ευρωζώνης τα προηγούμενα χρόνια, όπως η Φινλανδία και η Ολλανδία. Στις περιπτώσεις αυτών των χωρών η αποδυνάμωση της αγοράς ακινήτων συνοδεύτηκε από κατακόρυφη επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης, η οποία μειώθηκε κατά περίπου 60% σε σύγκριση με την περίοδο άνθησης της αγοράς ακινήτων.

Ολη η μελέτη στο www.kathimerini.gr