ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μη φοβού την ευελιξία στην εργασία

Οταν το 2003, στο περιθώριο Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκης Ενωσης, η τότε Επίτροπος Κοινωνικών Υποθέσεων κ. Αν. Διαμαντοπούλου αναφέρθηκε για πρώτη φορά, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, στην έννοια flexicurity, πιστέψαμε ότι πρόκειται για έναν ακόμη νεολογισμό των υπηρεσιών της Κομισιόν.

Σε λιγότερο από τρία χρόνια αυτό που φάνταζε τότε ως ένα γραμματικό παράδοξο της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών, αναδείχτηκε σε κυρίαρχο μοτίβο για τον καμβά των πολιτικών απασχόλησης που οφείλουν να ενστερνιστούν όλα τα κράτη-μέλη. Ακολουθώντας το υπόδειγμα της Δανίας, της Ολλανδίας και της Ιρλανδίας που επέτυχαν μεγάλες ευελιξίες, κατά το αγγλοσαξονικό πρότυπο, αποφεύγοντας, όμως, τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες που συνοδεύει αμερικανικό μοντέλο χαμηλής ανεργίας, πρέπει να αναμορφώσουν τις πολιτικές τους και να εισάγουν κίνητρα για επαγγελματική και γεωγραφική κινητικότητα. Αυτόν το συγκερασμό, μέγιστης ευελιξίας και ορισμένης ασφάλειας στην εργασία, εκφράζει ο όρος flexicurity. H Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα παρουσιάσει μέχρι τα τέλη του 2007 μια έκθεση με κοινές αρχές, προκειμένου να προσαρμόσουν και οι «25» τις πολιτικές απασχόλησης σε αυτόν το στόχο, ο οποίος αντικατέστησε αθόρυβα το στόχο για «πλήρη απασχόληση» που είχε θέσει το Συμβούλιο της Λισσαβώνας το 2000.

Ως ιδανική συνταγή για τον συνδυασμό ευελιξίας και ασφάλειας προβάλλεται το αποκαλούμενο στις εκθέσεις της Κομισιόν και ως «χρυσό τρίγωνο» της Δανίας, το οποίο διαμορφώνεται από τις εξής πλευρές: τη σχετικά χαλαρή εργατική νομοθεσία που καθιστά πιο εύκαμπτη την εργατική προστασία, την ασφαλιστική κάλυψη και πρόνοια για τους ανέργους που μειώνει τις αναστολές μεταβολών στην εργασία και τις υψηλές κρατικές δαπάνες για «ενεργές» πολιτικές απασχόλησης.

Η εφαρμογή αυτού του μοντέλου, στην καθαρή μορφή του, προϋποθέτει μια δημοσιονομική άνεση, κουλτούρα διαπραγματεύσεων για αμοιβαίους συμβιβασμούς, χαμηλές ασφαλιστικές εισφορές και αντιμετώπιση της μαύρης εργασίας. Οι αποστάσεις με τα δεδομένα της Ελλάδας είναι εμφανείς.

Επί παραδείγματι, η Δανία με το Βέλγιο και την Ολλανδία είναι οι χώρες με τα υψηλότερα επιδόματα ανεργίας. Αντιθέτως, η Ελλάδα χορηγεί τα χαμηλότερα. Επίσης, στη Δανία, οι μακροχρόνια άνεργοι έχουν τη μικρότερη διάρκεια ανεργίας, ενώ στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και τη Σλοβενία, τη μεγαλύτερη. H Δανία πρωτοπορεί σε ενεργές πολιτικές και κατάρτιση, η Ελλάδα είναι από τις τελευταίες και συγκρίνεται μόνο με τη Λεττονία, την Τσεχία, τη Σλοβακία και την Ουγγαρία. Το αυτό ισχύει για όλους τους δείκτες που αφορούν την εξατομικευμένη παρέμβαση στους ανέργους.

Πρώτο βήμα για το συντονισμό του βηματισμού που πρέπει να κάνουν τα κράτη-μέλη, με στόχο την ευελιξία, είναι η ενασχόληση των κυβερνήσεων με τον εκσυγχρονισμό του εργατικού δικαίου. Ηδη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε στο τελευταίο Συμβούλιο Υπουργών και την απαραίτητη πλατφόρμα με τη μορφή «Πράσινης Βίβλου», βάσει της οποίας θα εξελιχθεί ο διάλογος κυβερνήσεων – εταίρων. Στην Αθήνα, η έναρξη αυτής της διαδικασίας θα γίνει την Πέμπτη στην Εθνική Επιτροπή Απασχόλησης. Το αποτέλεσμα πρέπει να έχει κοινοποιηθεί στις Βρυξέλλες την άνοιξη. Τι σημαίνει όμως εκσυγχρονισμός της εργατικής νομοθεσίας; H Ευρωπαϊκή Επιτροπή απαντά συνοπτικά σε αυτό το ερώτημα παραπέμποντας στον ΟΟΣΑ, ο οποίος ήδη από το 1999 άρχισε να επεξεργάζεται ένα συνολικό δείκτη στον οποίο εμπεριέχονται όλες οι «ακαμψίες» της εργατικής νομοθεσίας. Σε αυτές συμπεριλαμβάνει την άρση των εμποδίων για τις ομαδικές απολύσεις, και την προώθηση της προσωρινής απασχόλησης καθώς και την επανεξέταση της διάρκειας των συμβάσεων για κάθε τύπο εργασίας.

Η προώθηση της ευελιξίας ευνοείται από τις ίδιες τις τάσεις της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας και τις πιέσεις που ασκούν τα δέκα νέα κράτη-μέλη, εισάγοντας νέες παραμέτρους στις άτυπες μορφές απασχόλησης.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της E.E. για την απασχόληση, όλες οι νέες και ακανόνιστες μορφές απασχόλησης κερδίζουν ταχύτατα έδαφος. Επί παραδείγματι, στην Ευρώπη, η μερική απασχόληση που θεωρείται από τους θιασώτες του αγγλοσαξονικού μοντέλου ως ιδανική πύλη εξόδου από την ανεργία αυξήθηκε από το έτος 2000, κατά 15%. Το 2005, το 18,4% των απασχολουμένων και το 32,3% ακολουθούν, εκουσίως ή ακουσίως αυτή τη μορφή. Στην Ολλανδία το μερίδιό της στο σύνολο της απασχόλησης φτάνει το 46%, ενώ πάνω από 20% καταγράφεται σε Γερμανία, Αυστρία, Βέλγιο, Δανία, Σουηδία και Βρετανία.

Ανοδικός είναι και ο δείκτης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Αποτελεί το 14% του συνόλου των συμβάσεων εργασίας στην Ευρώπη των «25» με τη Γερμανία και την Πολωνία να διακρίνονται για την αύξηση της προσωρινής απασχόλησης. Με την ίδια μορφή απασχολείται πάνω από το 1/4 των εργαζομένων στην Ισπανία, η οποία σημείωσε το 2005 αύξηση στην απασχόληση κατά 3,7%.

Απασχόληση τις Κυριακές σε ποσοστά 18%-19% σημειώνονται σε Αυστρία, Δανία και Σλοβακία, η οποία έχει τα μεγαλύτερα ποσοστά άτυπων μορφών απασχόλησης.

Συνολικά, το 2005, τόσο η μερική απασχόληση όσο και οι συμβάσεις σύντομης διάρκειας είχαν αξιοσημείωτη αύξηση και επίδραση στους μέσους ευρωπαϊκούς δείκτες. Σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν, οι 2 στις 3 νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν το 2005 στην E.E. των «25» ήταν μερικής απασχόλησης, ενώ μία στις δύο νέες θέσεις αφορούσαν συμβάσεις ορισμένου χρόνου.