ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι χαμένοι και οι κερδισμένοι από τα επιτόκια

Ενας χρόνος μετά την πρώτη αύξηση των ευρωπαϊκών επιτοκίων τον Δεκέμβριο του 2005 και ο απολογισμός των επιπτώσεων αναδεικνύει χαμένους και κερδισμένους, τόσο στο μέτωπο των καταθέσεων όσο και στο μέτωπο των δανείων. Το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας βρίσκεται ήδη στο 3,5% από 2% που ήταν τον Δεκέμβριο του 2005. Αφήνοντας πλέον πίσω τον φόβο των μεγάλων αυξήσεων, οι εκτιμήσεις που έκαναν λόγο για συνέχιση των επιθετικών κινήσεων εντός του 2007 εκτονώνονται και οι προβλέψεις κάνουν λόγο για μία ακόμη άνοδο εντός του 2007.

Οι ελληνικές τράπεζες αντέδρασαν αμέσως. Την αρχή έκαναν η Τράπεζα Πειραιώς και η Eurobank, οι οποίες αύξησαν το σύνολο σχεδόν των βασικών επιτοκίων χοργήσεων κατά 0,25, ενώ έως και 0,25 αύξησαν τα επιτόκια των λογαριασμών καταθέσεων. Εν αναμονή των αναπροσαρμογών και από τις υπόλοιπες μεγάλες τράπεζες, οι επικεφαλής των πιστωτικών ιδρυμάτων σημειώνουν ότι η αντίδραση της κάθε τράπεζας εξαρτάται από το συγκριτικό πλεονέκτημα που θέλει να αναπτύξει. Ο απολογισμός που αφορά εξίσου και τις τράπεζες, αναδεικνύει νικητή τον ανταγωνισμό, που μέσα στο 2006 υπήρξε κάτι παραπάνω από σκληρός.

Η σύγκλιση

Ενα χρόνο μετά, σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Εθνικής τράπεζας κ. Γιάννη Πεχλιβανίδη, τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί «ωθώντας για πρώτη φορά τα spread σε ιστορικό -για τη χώρα μας- χαμηλό επίπεδο, τάση που θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας στην περαιτέρω σύγκλιση των ελληνικών επιτοκίων με τα ευρωπαϊκά». Η πλήρης σύγκλιση, όπως σημειώνει, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί και με το κόστος λειτουργίας των ελληνικών τραπεζών, στο βαθμό που τα στοιχεία δείχνουν ότι «για την αύξηση των χορηγήσεων στην Ελλάδα απαιτείται ο τριπλάσιος αριθμός εγαζομένων ανά κατάστημα, σε σύγκριση με χώρες όπως η Ισπανία».

Η απλή σύγκριση των επιτοκίων επιβεβαιώνει τη σημαντική μείωση των spread στα νέα δάνεια και δη στην κατηγορία των στεγαστικών δανείων, καθώς, σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή της Alpha Bank κ. Γιώργο Αρώνη, «η στεγαστική πίστη αποτιμάται ως η κατηγορία με τον χαμηλότερο κίνδυνο». Ετσι οι μεγάλοι κερδισμένοι ήταν όσοι αψηφώντας την ανοδική τάση των επιτοκίων τόλμησαν να πάρουν στεγαστικό δάνειο, καθώς η συγκυρία επιβράβευσε τους δανειολήπτες νέων στεγαστικών δανείων, οι οποίοι σε μια περίοδο αυξητικής εξέλιξης των επιτοκίων απολαμβάνουν επιτόκια με τα χαμηλότερα περιθώρια που είδε ποτέ το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι παρά την ανοδική τάση του τελευταίου χρόνου, το κυμαινόμενο επιτόκιο στα νέα στεγαστικά δάνεια διαμορφώθηκε στο τέλος Οκτωβρίου, μεσοσταθμικά, στο 4,64%, ενώ το αντίστοιχο κυμαινόμενο επιτόκιο στα υφιστάμενα υπόλοιπα -πρόκειται για τα παλαιότερα δάνεια- διαμορφώθηκε στο 5,15%.

Η σύγκλιση των επιτοκίων και στον τομέα της καταναλωτικής πίστης, σύμφωνα με τον κ. Γ. Αρώνη, «προϋποθέτει και τη σύγκλιση του βαθμού κινδύνου που ενσωματώνει η συγκρκιμένη κατηγορία δανεισμού». Με την άποψη αυτή συγκλίνει και η θέση του γενικού διευθυντή της τράπεζας Πειραιώς κ. Σπύρου Παπασπύρου, ο οποίος επισημαίνει ότι «οι επισφάλειες στην καταναλωτική πίστη στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος ξεπερνούν το 6%, επίπεδο διπλάσιο από το αντίστοιχο ευρωπαϊκό». Η διαφορά με τα ευρωπαϊκά επιτόκια φθάνει έως και τις 4 μονάδες και η άνοδος των επιτοκίων των τελευταίο χρόνο επιβάρυνε περισσότερο τους δανειολήπτες αυτής της κατηγορίας, πολλοί από τους οποίους αναζητούν καταφύγιο στα προγράμματα αναχρηματοδότησης των δανείων τους που διαθέτουν οι τράπεζες. Οι προσφορές στα συγκεκριμένα προγράμματα ερμηνεύουν και τη διαφορά στο κυμαινόμενο επιτόκιο καταναλωτικών δανείων στα υφιστάμενα υπόλοιπα, το οποίο, όπως φαίνεται στον σχετικό πίνακα, φθάνει τις 4 μονάδες.

Στο μέτωπο των καταθέσεων είναι προφανές πως οι μεγάλοι χαμένοι είναι οι καταθέτες ταμιευτηρίου, στους οποίους οι τράπεζες γύρισαν για άλλη μια φορά την πλάτη, μετακυλίοντας μικρό μόνο μέρος της αύξησης. Στον αντίποδα υπήρξαν όσοι δέσμευσαν τα χρήματά τους σε τρίμηνη, 6μηνη ή ετήσια προθεσμιακή κατάθεση και παρά το γεγονός ότι δεν εισέπραξαν το σύνολο της αύξησης της 1,5 μονάδας, είναι σε θέση να απολαμβάνουν απόδοση που διασφαλίζει την αγοραστική δύναμη των χρημάτων τους. Τα στοιχεία της ΤτΕ επιβεβαιώνουν πάντως τη στροφή των αποταμιευτών στις προθεσμιακές καταθέσεις που εκτινάχθηκαν από τα 52 δισ. ευρώ στα 67 εκατ. ευρώ μέσα σε ένα χρόνο, αλλά σε κάθε περίπτωση όπως υπογραμμίζει ο κ. Παπασπύρου, η συμπεριφορά των Ελλήνων αποταμιευτών θα πρέπει σταδιακά να συγκλίνει με αυτή των Ευρωπαίων, που συνδυάζουν την απόδοση με το ρίσκο που είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν.

Φθηνή ρευστότητα

Παρά το γεγονός ότι οι λογαριασμοί ταμιευτηρίου έχουν αρνητική απόδοση, τα στοιχεία της ΤτΕ δείχνουν ότι μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεων, που φθάνει τα 77,5 δισ. ευρώ, εξακολουθεί να λιμνάζει σε αυτούς τους λογαριασμούς και η αιτία, σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας, θα πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι πρόκειται για μικρά ποσά, που δύσκολα μπορούν να αξιοποιηθούν ως επενδυτική πρόταση. Οι μεγάλοι ωφελημένοι δεν είναι άλλοι από τις δύο μεγάλες τράπεζες, την Εθνική και την Alpha, οι οποίες αξιοποιούν τη φθηνή ρευστότητα που εξασφαλίζει η δεξαμενή των μικροκαταθετών τους για να χρηματοδοτούν τη μεγέθυνση των χορηγήσεων, προκρίνοντας την επιβράβευση των δανειοληπτών από την πριμοδότηση των καταθετών.