ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ευρωζώνη: ελληνικές οι πιο ακριβές τράπεζες

Αυξητική ήταν κατά τον μήνα Οκτώβριο η πορεία των ευρωπαϊκών επιτοκίων σε όλη την Ευρωζώνη, ενώ η Ελλάδα συνεχίζει σταθερά να είναι η ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη σε όλα σχεδόν τα τραπεζικά προϊόντα. Μοναδική εξαίρεση είναι η Γερμανία που δανειοδοτεί την αγορά κατοικίας με το υψηλότερο επιτόκιο, που φθάνει το 5,10% και ερμηνεύεται από την επιφυλακτικότητα των Γερμανών, οι οποίοι αποφεύγουν την προσφυγή στον δανεισμό. Τα στοιχεία της ΕΚΤ επιβεβαιώνουν πάντως τον αντίλογο που προβάλλουν οι ελληνικές τράπεζες, δηλαδή ότι η χώρα μας δεν έχει μόνο τα υψηλότερα επιτόκια δανεισμού, αλλά και από τα υψηλότερα επιτόκια καταθέσεων και δη στις προθεσμιακές καταθέσεις ενός έτους, που εξασφαλίζουν στους Ελληνες απόδοση 3,24%, έναντι 3,04% στην Ευρωζώνη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα ευρωπαϊκά επιτόκια αυξήθηκαν τον μήνα Οκτώβριο κατά 12 έως και 17 μονάδες (με εξαίρεση τα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων), ενώ ισόποσα αυξήθηκαν σχεδόν και τα επιτόκια καταθέσεων. Τα στοιχεία της ΕΚΤ επιβεβαιώνουν ουσιαστικά ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες μετακύλισαν ισομερώς το κόστος της αύξησης του βασικού ευρωπαϊκού επιτοκίου, που αποφάσισε η ΕΚΤ στις αρχές Οκτωβρίου, τόσο στους καταθέτες όσο και στους δανειολήπτες, ενώ ειδικά τα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων μειώθηκαν κατά 24 μονάδες βάσης.

Η απόκλιση των ελληνικών επιτοκίων από τον μέσο ευρωπαϊκό μέσο όρο φθάνει έως και τις 3,68 μονάδες και αφορά το κόστος της υπερανάληψης, που στη χώρα μας τιμολογείται με επιτόκιο 13,72% έναντι 10,04% στην Ευρωζώνη. Αμέσως μετά ακολουθεί η κατηγορία των καταναλωτικών δανείων, κατηγορία στην οποία η απόκλιση των ελληνικών επιτοκίων σε σχέση με τα ευρωπαϊκά φθάνει τις 2,93 μονάδες, με το μέσο επιτόκιο στην Ελλάδα να διαμορφώνεται στο 8,95% και στην Ευρωζώνη στο 6,02%. Η κατάσταση πάντως εμφανίζεται καλύτερη στην πιο διαδεδομένη κατηγορία δανεισμού, τη στεγαστική πίστη, στην οποία η απόκλιση του κυμαινόμενου επιτοκίου που ισχύει στη χώρα μας σε σχέση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο περιορίζεται στο 0,22 για τα νέα δάνεια, ενώ στα υφιστάμενα υπόλοιπα στεγαστικών δανείων με διάρκεια έως και 5 χρόνια φθάνει στο 0,40.

Νέες αναπροσαρμογές επιτοκίων

Νέα τιμολογιακή πολιτική με αφορμή την πρόσφατη αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ ανακοινώνουν η μία μετά την άλλη οι εμπορικές τράπεζες, αναπροσαρμόζοντας τα επιτόκια χορηγήσεων και καταθέσεων. Η ATEbank συνεχίζει την πολιτική εξομάλυνσης των επιτοκίων δανεισμού των αγροτών με τις υπόλοιπες κατηγορίες δανειοληπτών και ανακοίνωσε ότι διατηρεί αμετάβλητα (από 3,75%) τα επιτόκια της σχετικής κατηγορίας. Η αναπροσαρμογή των επιτοκίων από την Εθνική Τράπεζα αναμένεται πάντως την επόμενη εβδομάδα και εκτός από τις αναμενόμενες αυξήσεις εκτιμάται ότι η νέα τιμολογιακή πολιτική θα επιφυλάξει και μειώσεις, κυρίως στα σταθερά επιτόκια μακροπρόθεσμης διάρκειας.

Από τις μικρότερες τράπεζες νέα επιτόκια ανακοίνωσε η Geniki, μετακυλίοντας την αύξηση του 0,25 στα κυμαινόμενα στεγαστικά, στα επιχειρηματικά, στο επιτόκιο του καταναλωτικού δανείου Xtra Small, πλην της πρώτης κλίμακας που παραμένει 3,95%, ενώ κατά 0,25 αυξάνεται και το επιτόκιο του καταθετικού προϊόντος Geniki Ευρωαπόδοση. Η Aspis Bank διατηρεί αμετάβλητα τα επιτόκια δανεισμού, πλην του βασικού επιτοκίου χορηγήσεων, που διαμορφώνεται στο 8,15%, ενώ τα επιτόκια καταθέσεων αναπροσαρμόστηκαν ανάλογα. Από σήμερα ισχύουν και τα νέα αυξημένα κατά 0,10% επιτόκια της Probank, στους λογαριασμούς καταθέσεων, ενώ κατά 0,25% αυξάνονται όλα τα επιτόκια δανεισμού που είναι συνδεδεμένα με το επιτόκιο της ΕΚΤ.

ΕΤΕ: Σε χαμηλά επίπεδα το χρέος των νοικοκυριών

Μείωση των επιτοκιακών περιθωρίων (spread’s) και το 2007 προέβλεψαν οι επιτελείς της Εθνικής Τράπεζας. Ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής, κ. Ιωάννης Πεχλιβανίδης, σε εκδήλωση της τράπεζας σημείωσε τη ραγδαία αποκλιμάκωση των επιτοκιακών περιθωρίων, σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες δανείων, που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια. «Η τάση αυτή θα συνεχιστεί και το 2007» είπε.

Οι επιτελείς της ΕΤΕ σημείωσαν ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει υπερχρέωση των εγχωρίων νοικοκυριών. Αντίθετα από τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος αλλά και τη σύγκριση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα προκύπτει ότι το χρέος των νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ (δίχως να υπολογίζονται οι αλλαγές με βάση την αναθεώρηση του ΑΕΠ) παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το χρέος των νοικοκυριών στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώνεται κοντά στο 40%, όταν στην Ισπανία ξεπερνά το 75% και στην Πορτογαλία το 80%.

Σημειώνεται, πάντως, ότι τόσο στην Πορτογαλία όσο και στην Ισπανία τα νοικοκυριά εμφανίζουν δείκτες δανεισμού σημαντικά υψηλότερους του μέσου όρου της Ευρωζώνης.

Με βάση τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, σημείωσαν στελέχη της ΕΤΕ, τα εγχώρια νοικοκυριά δεν συναντούν -κατά μέσο όρο- δυσκολίες στην αποπληρωμή του χρέους τους. Χρησιμοποιώντας τα στοιχεία της ΤτΕ, σημείωσαν ότι ένα ποσοστό 52% των ελληνικών νοικοκυριών δεν έχουν λάβει κανένα δάνειο, ενώ για ένα ποσοστό 87% των νοικοκυριών που έχουν ήδη δανειακές υποχρεώσεις, το κόστος αποπληρωμής των δανείων τους δεν υπερβαίνει το 40% του εισοδήματός τους, επίπεδο που η ΤτΕ έχει θέσει ως άτυπο όριο ασφάλειας. Δάνειο έχει λάβει το 47,7% των νοικοκυριών εκ των οποίων περίπου το 1/3 είναι στεγαστικά δάνεια.