ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι ευκαιριακές αλλαγές στη φορολογία δρουν ως αντίμετρο στην ανάπτυξη

Εάν οι κεντρικές τράπεζες έχουν στη διάθεσή τους το «ευέλικτο» όπλο των επιτοκίων, το οποίο χρησιμοποιούν στην προσπάθειά τους να ρυθμίσουν την εθνική οικονομία της οποίας έχουν την ευθύνη, οι εθνικές κυβερνήσεις διαθέτουν ένα λιγότερο ευέλικτο, εξίσου αποτελεσματικό όμως μέσο, που χρησιμοποιούν όταν θέλουν να ρυθμίσουν τη δημόσια ή ακόμη και την οικονομία στο σύνολό της. Το μέσο αυτό δεν είναι άλλο από τη φορολογία, ισχυρό όπλο άσκησης πολιτικής, που δεν είναι σε κάθε περίπτωση οικονομική. Επειδή δε η πολιτική ευρύτερα αποτελεί μία διαρκώς εξελισσόμενη διαδικασία, η επιβολή φόρων ουδέποτε παραμένει στατική, παρότι κατά γενική ομολογία, ιδιώτες, επιχειρήσεις και επενδυτές θέλουν πάντα να γνωρίζουν ποια θα είναι σήμερα, αύριο αλλά και σε ένα μεγαλύτερο, ορατό χρονικό ορίζοντα, η φορολογική επιβάρυνσή τους, όταν αποφασίσουν για μια οικονομική συναλλαγή, αγορά ή επένδυση.

Ετσι, σε έναν κόσμο που δεν είναι ιδανικός, οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις αποτελούν μέρος της καθημερινότητας και αναφερόμαστε πέραν της καθημερινότητας που προσδιορίζεται από τις διαφορετικές ιδεολογίες… διότι τότε οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις θα ακολουθούσαν μόνον τις αλλαγές κυβερνήσεων και για την επόμενη τετραετία όλοι θα γνώριζαν τα δεδομένα. Αντιθέτως, μια φορολογική μεταρρύθμιση αποτελεί προϊόν περίπλοκων διαδικασιών -και ενδοκομματικών και ενδοκυβερνητικών- με αποτέλεσμα κάθε κυβέρνηση να ακολουθεί μεν μια γενική γραμμή, τη γραμμή της, στη χάραξη φορολογικής πολιτικής, να μπορεί δε, πάντα, να κάνει την «έκπληξη», που για ορισμένους θα είναι ευχάριστη και για άλλους δυσάρεστη.

Εάν παραδεχθούμε -όπως είναι κοινά αποδεκτό- ότι η φορολογία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα μέσο αναδιανομής του εισοδήματος, λογικό είναι να απαιτούνται συνεχείς αναπροσαρμογές του καθεστώτος της, ήτοι φορολογικές μεταρρυθμίσεις. Η διαφορά είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές δεν πρέπει να περιορίζονται από στενές, κομματικές, πολιτικές ή οικονομικές σκοπιμότητες και να είναι όσο πιο μακροπρόθεσμες είναι εφικτό κάθε φορά. Αυτός είναι ο μέγιστος βαθμός σταθερότητας, στον οποίο μπορεί να ελπίζει κανείς για ένα φορολογικό σύστημα.

Εάν το δούμε διεθνώς, όσο περισσότερο επιτυγχάνεται ο μέγιστος αυτός βαθμός τόσο περισσότερο αξιόπιστη θεωρείται μία κυβέρνηση ή μία χώρα ως επενδυτικός προορισμός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο όρος «επενδυτικός» έχει μία ευρύτατη έννοια, καθώς δεν αφορά μόνον τις επενδύσεις κεφαλαίων από ιδιώτες και θεσμικούς ή τις άμεσες ξένες ή εγχώριες επενδύσεις, αλλά -στη σύγχρονη εποχή- μπορεί να επηρεάζει πληθώρα μεγάλων ή μικρών αποφάσεων: από το εάν κάποιος θα διατηρεί το σκάφος του αναψυχής στην Ελλάδα ή στην Τουρκία, για παράδειγμα, μέχρι το εάν θα περάσει τα σύνορα της χώρας του για να… γεμίσει το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου του στη γειτονική, όπως συμβαίνει με πολλούς στη Γερμανία!

Η αντίληψη για τη διαμόρφωση ενός φορολογικού καθεστώτος βασίζεται στην απάντηση κάθε ενδιαφερόμενου σε ένα βασικό ερώτημα: εάν η φορολογία δεν αποτελεί παρά μία μέθοδο αναδιανομής του εισοδήματος, σε ποιον πρέπει να ανήκει ο μεγαλύτερος βαθμός ευθύνης για την εκτέλεση του έργου αυτού; Η επαναστατική ιδέα των αρχών του 20ού αιώνα δεν ήταν άλλη από εκείνη που ανέθετε την ευθύνη του έργου αυτού στις εθνικές κυβερνήσεις. Σήμερα γνωρίζουμε πολύ καλά πλέον, όπως αποδείχθηκε από τις ιστορικές εξελίξεις, ότι για να επιτύχει ένα τέτοιου είδους φορολογικό σύστημα δεν απαιτείται μόνο μια αποφασισμένη κυβέρνηση… Χρειάζεται και μια ικανή δημόσια διοίκηση, κοινωνική συναίνεση και ενίοτε διακομματικός προγραμματισμός, διαφάνεια στις διεργασίες και συναλλαγές κ.ο.κ. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου συστήματος, οικονομικοί κλάδοι- κλειδιά μπορεί να λειτουργούν αυτόνομα από το κράτος ή όχι, όμως στη δεύτερη περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι ισορροπίες είναι κατά κανόνα πολύ λεπτές και ως εκ τούτου εύθραυστες.

Στη φορολογία, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, υπάρχει πάντα ο μέσος δρόμος. Από αυτόν, στο πλαίσιο του οποίου οι εθνικές κυβερνήσεις αυτοπεριόριζαν τον ρυθμιστικό ρόλο τους σε θέματα αναδιανομής του εισοδήματος, με αποτέλεσμα τις συγκριτικώς χαμηλότερες φορολογικές επιβαρύνσεις, ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 η πλέον πρόσφατη επαναστατική ιδέα για τη φορολογία, η οποία συνδέθηκε -άκρως παραδόξως- με ένα άτομο για το οποίο δύσκολα θα πίστευε κανείς ότι θα ανέπτυσσε και θα είχε τόσο ισχυρές πεποιθήσεις για την οικονομία, πόσω μάλλον που στο επίκεντρο αυτών των πεποιθήσεων υπήρχε μια θεωρία περί φορολογίας. Ο λόγος, για τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρίγκαν, ο οποίος απεβίωσε πριν από λίγα χρόνια, αφήνοντας όμως πίσω του ένα μεγάλο επίτευγμα: μια θεωρία, που δοκιμάστηκε στην πράξη και η οποία -ασχέτως του εάν ασπαζόμεθα ή όχι τα γεγονότα- αποδείχθηκε απολύτως σύγχρονη, δηλαδή σε τέλειο βηματισμό με την εποχή της, που δεν είναι άλλη της παγκοσμιοποίησης. Καρδιά της τελευταίας δεν αποτελούν παρά οι δυνάμεις της αγοράς και ήταν ακριβώς αυτές τις οποίες «εμπιστεύθηκε» ο πρόεδρος Ρίγκαν «απελευθερώνοντας» πόρους από τη δημόσια διαχείριση, έτσι ώστε μέσω της βέλτιστης αξιοποίησής τους από τον ιδιωτικό να επιτευχθούν υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης, αύξηση του πλούτου και -επιβάλλοντας τους ελάχιστους δυνατούς περιορισμούς, το αποκαλούμενο «δίχτυ ασφαλείας»- η κατά το δυνατόν αναδιανομή του εισοδήματος. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το σύστημα αυτό απέδωσε πράγματι στις ΗΠΑ, όπου η κυβέρνηση της χώρας έχει εκχωρήσει τις μέγιστες αρμοδιότητες για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής και άλλων πολιτικών αναδιανομής του εισοδήματος, στις πολιτειακές κυβερνήσεις και στις τοπικές αρχές, οι οποίες επίσης φορολογούν ιδιώτες και επιχειρήσεις. Το ομοσπονδιακό σύστημα λειτούργησε εν κατακλείδι ως… δίχτυ ασφαλείας για την προαναφερόμενη φορολογική στρατηγική.