ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Βιώσιμη ενεργειακή πολιτική επιδιώκει η Ε. Ε.

Η κρίση περί το φυσικό αέριο που, όπως και πέρυσι τέτοια εποχή, προκαλεί αυτές τις ημέρες η Μόσχα απειλώντας να σταματήσει τη ροή αερίου προς τη Λευκορωσία και από εκεί στην Ευρώπη από την 1η Ιανουαρίου, αποτελεί και μια χρήσιμη υπόμνηση του πόσο θολό παραμένει στο ενεργειακό τοπίο στη Γηραιά Ηπειρο, ιδίως σε ό,τι αφορά την ηλεκτροπαραγωγή. Μεταξύ της προ δεκαετίας εξαγγελθείσας σταδιακής κατάργησης της πυρηνικής ενέργειας, των πάντοτε ανεκπλήρωτων υποσχέσεων των διαφόρων «πράσινων» ενεργειακών πηγών, του φαινομένου του θερμοκηπίου και του Βλαντιμίρ Πούτιν, η Ευρώπη προσπαθεί από καιρό να οικοδομήσει μια βιώσιμη ενεργειακή πολιτική, χωρίς μέχρι σήμερα, να μπορεί να επιδείξει ουσιαστικά αποτελέσματα.

Η έκθεση

Εφαλτήριο για μια νέα προσπάθεια ελπίζεται ότι θα αποτελέσει έκθεση που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόκειται να παρουσιάσει στις 10 Ιανουαρίου και κάθε χρόνο στη συνέχεια για την εφαρμογή μιας συνολικής Ενεργειακής Στρατηγικής της Ενωσης, με κύριους άξονες τον περιορισμό της εξάρτησης από έναν μικρό αριθμό χωρών παραγωγής και διέλευσης της ενέργειας, πρωτίστως δε του φυσικού αερίου, την περιστολή της κατανάλωσης, τον εξορθολογισμό της εσωτερικής αγοράς ενέργειας και, τέλος, την ανάπτυξη ανεξαρτήτων ενεργειακών πηγών που ταυτόχρονα θα βοηθούν στην αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου.

Ισως το πλέον αμφιλεγόμενο σκέλος των προτάσεων που θα καταθέσει η Επιτροπή, είναι εκείνο της ανάπτυξης πραγματικά ανεξάρτητων και ταυτόχρονα οικολογικά βιώσιμων πηγών ενέργειας, με το κατάλληλο μείγμα τεχνολογικής προόδου και οικονομικών κινήτρων. Αν στις πηγές αυτές περιλαμβάνονται η αιολική ή η ηλιακή ενέργεια ή ακόμα τα διάφορα «βιοκαύσιμα», η λέξη-κλειδί και εκείνη στην οποία επικεντρώνονται οι αντιδράσεις του «πράσινου» λόμπι είναι τα πυρηνικά, που σήμερα καλύπτουν περίπου το ένα τρίτο της ευρωπαϊκής ηλεκτροπαραγωγής, με ακόμα μεγαλύτερο μερίδιο σε συγκεκριμένα κράτη-μέλη όπως η Βρετανία και η Γαλλία.

Η Επιτροπή υπόσχεται μια πλήρη ανάλυση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων των πυρηνικών, με στόχο τη διευκόλυνση της λήψης των όποιων αποφάσεων, καθώς η πυρηνική ενέργεια «αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή καθαρής ενέργειας στην Ευρώπη».

Εκείνο που προτείνουν οι Βρυξέλλες, είναι η θέσπιση κοινών ευρωπαϊκών στόχων αφενός για τη μείωση της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας, μέχρι και 20% έως το 2020, αφετέρου για την προώθηση καθαρών ενεργειακών πηγών. Αναγνωρίζοντας ότι οι πηγές, από τις οποίες καλύπτει τις ανάγκες της κάθε χώρα, αποτελούν ευθύνη των κυβερνήσεων, η Επιτροπή αναμένεται να εισηγηθεί την ιδέα της θέσπισης ενός συνολικού πανευρωπαϊκού «ενεργειακού μείγματος» εντός του οποίου θα κινούνται τα κράτη-μέλη, αλλά, κυρίως, τη θέσπιση στο μείγμα αυτό ενός ελαχίστου ορίου «ασφαλών» (ως προς τον εφοδιασμό) και καθαρών ενεργειακών πηγών.

Αυτό το τελευταίο έχει προκαλέσει αντιδράσεις από ορισμένες πλευρές, καθώς θεωρείται κωδικός για τη θέσπιση στόχων ανάπτυξης της πυρηνικής ενέργειας, προκαλώντας το κάπως οξύμωρο σχήμα περιβαλλοντικά ευαίσθητων πολιτικών δυνάμεων (στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και αλλού) που… καταδικάζουν τη θέσπιση στόχων για την προστασία του περιβάλλοντος.

Οι προμηθευτές

Πρόβλεψη υπάρχει στη Στρατηγική και για το πάντοτε επίκαιρο θέμα της διαφοροποίησης τόσο των προμηθευτών της Ε.Ε. με ενέργεια όσο και των οδών διέλευσης της ενέργειας αυτής, προς αποφυγή προβλημάτων και εκβιασμών, αλλά ακόμα, την καλύτερη και πιο αλληλέγγυα διαχείριση των στρατηγικών αποθεμάτων των κρατών-μελών.

Το πιο ενδεικτικό ίσως είναι πως για τις Βρυξέλλες βάση εκκίνησης κάθε σχετικής συζήτησης, αποτελεί η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας της Ε.Ε., με άλλα λόγια το να μπορεί οιαδήποτε ευρωπαϊκή επιχείρηση να δραστηριοποιείται και να τροφοδοτεί πελάτες απανταχού της Ενωσης, προς όφελος της οικονομίας γενικά και του καταναλωτή ειδικότερα.

Πρόκειται για κάτι που επισήμως θα ισχύσει από 1ης Ιανουαρίου όμως σίγουρα μένουν πολλά να γίνουν μέχρι την πλήρη απελευθέρωση της αγοράς, όπως κατέδειξε προ μηνών η παράνομη και ψηφοθηρική προσπάθεια της γαλλικής κυβέρνησης να αποτρέψει την εξαγορά ντόπιων επιχειρήσεων του τομέα, από επιχειρήσεις άλλων κρατών-μελών, την ώρα που γαλλικές επιχειρήσεις εξαγοράζουν ελεύθερα σε ολόκληρη την ήπειρο…

Το επεισόδιο εκείνο του γαλλικού «πατριωτικού καπιταλισμού» είναι εν τέλει και η καλύτερη υπόμνηση των εμποδίων στα οποία δεν έχει πάψει να προσκρούει κάθε ευρωπαϊκή φιλοδοξία.

Ολες οι μελέτες της Ε.Ε. για την ενέργεια στο www.kathimerini.gr/Links