ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε επίπεδα ρεκόρ ανήλθαν τα δάνεια σε καθυστέρηση

Την περαιτέρω αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων το 2010 προβλέπουν αναλυτές της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ). Σύμφωνα με πληροφορίες, στο πρώτο εξάμηνο οι καθυστερήσεις προσέγγισαν το 7% του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων των τραπεζών, που αντιστοιχεί σε προβληματικά δάνεια ύψους 17 δισ. ευρώ, ενώ, σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών τραπεζών, μέχρι το τέλος του έτους τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα αναρριχηθούν στα 22 δισ. ευρώ, που αποτελεί ιστορικό υψηλό! Σημειώνεται ότι στο τέλος του πρώτου τριμήνου οι επισφάλειες ανήλθαν στο 6% έναντι 5% στο τέλος του 2008.

Η ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών έχει σημαντικές επιπτώσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ η αδυναμία συγκροτημένης αντίδρασης για την αντιμετώπιση των προκλήσεων επιτείνει τα προβλήματα, προδιαγράφοντας ένα εξαιρετικά δύσκολο 2010. Στο πλαίσιο αυτό, στελέχη της ΤτΕ θεωρούν ως ιδιαίτερα πιθανή την περαιτέρω αύξηση, αλλά με ηπιότερο ρυθμό σε σχέση με το 2009, των μη εξυπηρετούμενων δανείων, διαψεύδοντας τις εκτιμήσεις επιτελικών στελεχών τραπεζών, που προέβλεπαν ότι στο τέλος του 2009 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα σκαρφάλωναν στο υψηλότερο σημείο.

Χαρακτηριστική είναι η εικόνα που παρουσιάζουν οι δείκτες καθυστερήσεων (άνω των 90 ημερών) των μεγάλων τραπεζών. Στο τέλος Ιουνίου, οι καθυστερήσεις της Εθνικής ανήλθαν στο 5,1% έναντι 4,5% που ήταν στο τέλος Μαρτίου, ο δείκτης καθυστερήσεων της Eurobank ανήλθε στο 5,9% από 4,9% που ήταν στο πρώτο τρίμηνο, της Alpha Bank διαμορφώθηκε στο 4,8% από 4,3% στο πρώτο τρίμηνο, ενώ ο δείκτης καθυστερήσεων της Πειραιώς ανήλθε στο 4,3% από 4,1%. Για ορισμένες τράπεζες, η πραγματικότητα είναι ζοφερή και αντιμετωπίζουν το φάσμα της επιβίωσης, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες, υπάρχει τράπεζα που εμφανίζει δείκτη καθυστερήσεων που αγγίζει το 13% στη στεγαστική πίστη, ενώ άλλη 25% στις πιστωτικές κάρτες και 20% στα καταναλωτικά δάνεια!

Οι μεγάλες τράπεζες με έμφαση υπογραμμίζουν τις πρόσθετες προβλέψεις που πραγματοποιούν, οι οποίες είναι υπερδιπλάσιες σε σχέση με αυτές που διενεργούσαν 12 μήνες πριν, για τη θωράκιση των ισολογισμών, ωστόσο, στην πραγματικότητα οι ισολογισμοί των τραπεζών εξασθενούν.

Οπως προκύπτει από τους δείκτες κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, υποχωρούν ολοένα και χαμηλότερα. Αν και οι συγκρίσεις των επιμέρους δεικτών των τραπεζών δεν είναι δόκιμοι (ορισμένες τράπεζες, όπως η Alpha Bank και η Πειραιώς υπολογίζουν τις καθυστερήσεις με τον ορισμό των ΔΝΠ για 90 ημέρες, ενώ άλλες όπως η Eurobank και η Εθνική χρησιμοποιούν άλλο ορισμό), ωστόσο η τάση είναι ξεκάθαρη: από τρίμηνο σε τρίμηνο οι προβλέψεις επαρκούν για την κάλυψη ολοένα και χαμηλότερου ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Ο δείκτης κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων δανείων της Εθνικής περιορίστηκε στο 67% στο πρώτο εξάμηνο, από 70% στο τρίμηνο και 75% που ήταν στο τέλος του 2008.

Αντίστοιχα ο δείκτης της Eurobank συρρικνώθηκε στο τέλος Ιουνίου στο 65,8% από 77,6% στο τρίμηνο και 89,6% στο τέλος του 2008. Ο δείκτης της Alpha Bank στο τέλος Ιουνίου διαμορφώθηκε στο 56% από 60% τον περασμένο Μάρτιο και 61% τον Δεκέμβριο του 2008, ενώ ο δείκτης κάλυψης της Πειραιώς διαμορφώθηκε στο 48%, από 48% τον Μάρτιο και 51% τον περασμένο Δεκέμβριο. Είναι γεγονός ότι οι τράπεζες τους τελευταίους μήνες έχουν αυξήσει θεαματικά τις προβλέψεις για την αντιμετώπιση των καθυστερήσεων, ωστόσο η αύξηση είναι μικρή σε σχέση με την ταχύτητα αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Παρά τις εκτιμήσεις ότι οι ρυθμοί αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα κινηθούν ηπιότερα το 2010, στην πραγματικότητα το τι ακριβώς θα συμβεί είναι άγνωστο, καθώς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα στερείται εμπειριών ύφεσης.

Το μεγάλο μειονέκτημα για την ελληνική τραπεζική αγορά είναι ότι απελευθερώθηκε μόλις τα τελευταία 10 χρόνια και αναπτύχθηκε σε ένα μοναδικά ευνοϊκό περιβάλλον ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης και ιστορικά χαμηλών επιτοκίων, λόγω της ένταξης της χώρας μας στην Ευρωζώνη. Ποια όμως είναι η πιστωτική συμπεριφορά, δηλαδή η ικανότητα αποπληρωμής των υποχρεώσεων προς τις τράπεζες, των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σε περιβάλλον αναπτυξιακής ύφεσης ή ακόμα περισσότερο ύφεσης; Στην ερώτηση αυτή ο καθένας μπορεί να απαντά διαφορετικά, καθώς δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία που να συσχετίζουν την επίπτωση της μείωσης των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης με τις επισφάλειες.

Σε αντίθεση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που γνωρίζουν ότι μηδενική ανάπτυξη οδηγεί για παράδειγμα σε διπλασιασμό των προβληματικών δανείων στην Ελλάδα, το τι συμβαίνει στο τραπεζικό σύστημα σε περιόδους κρίσεων αποτελεί άγνωστο κόσμο.

Εκτίναξη των ακάλυπτων

Στα 3 δισ. ευρώ εκτιμούν στελέχη τραπεζών ότι θα ανέλθουν οι ακάλυπτες επιταγές μέχρι το τέλος του έτους, αποτυπώνοντας την επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της «Τειρεσίας», οι ακάλυπτες επιταγές και οι απλήρωτες συναλλαγματικές ανήλθαν στα 2,1 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουλίου καταγράφοντας αύξηση κατά 194% σε σχέση με τα 714 εκατ. ευρώ τον αντίστοιχο περυσινό επτάμηνο.

Οι εκτιμήσεις για περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης, το τρίτο τρίμηνο, συνδέονται με την υποχώρηση των εσόδων από τον τουρισμό, την υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης και την αύξηση της ανεργίας.

Το ύψος των επιταγών που σφραγίστηκαν έφτασε στο τέλος Ιουλίου το 1,95 δισ. ευρώ, ενώ άλλα 140 εκατ. ευρώ είναι οι απλήρωτες συναλλαγματικές. Πρόκειται για τη χειρότερη «επίδοση» που έχει καταγραφεί ποτέ. Το πρόβλημα δεν εξαντλείται στις επιταγές που σφραγίζονται, αλλά και σε αυτές που ανταλλάσσονται χωρίς να σφραγίζονται. Συνολικά πάντως το ύψος των μεταχρονολογημένων επιταγών, που κυκλοφορούν στην αγορά υπολογίζεται μεταξύ 120-200 εκατ. ευρώ.

Ο αριθμός των τεμαχίων που σφραγίστηκε τον περυσινό Ιούλιο ήταν μόλις 10.361, ενώ φέτος έφτασαν τα 30.342 και αντίστοιχα τα ποσά από 105,2 εκατ. ευρώ εκτινάχθηκαν στα 296,5 εκατ. ευρώ. Δυσάρεστη είναι η εικόνα που προκύπτει και από τη σύγκριση των στοιχείων του επταμήνου αθροιστικά, καθώς ο αριθμός των τεμαχίων που σφραγίστηκαν, εκτινάχθηκε κατά 238,7% και από 57.986 ανήλθε σε 196.431, ενώ το ποσό αυξήθηκε κατά 217,7% και από 616,3 εκατ. ευρώ έφτασε το 1,95 δισ. ευρώ.

Αύξηση κατά 42,8% παρουσιάζουν επίσης και οι απλήρωτες συναλλαγματικές, οι οποίες στο επτάμηνο ανήλθαν στα 140 εκατ. ευρώ έναντι 98 εκατ. ευρώ πέρυσι, ενώ κατά 25,5% αυξήθηκαν το ίδιο διάστημα και τα τεμάχια, τα οποία από 68.211 ανήλθαν σε 85.608.