ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σήμα από ΕΚΤ για διατήρηση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα

Το «πράσινο φως» για την παραμονή των επιτοκίων στα σημερινά χαμηλά επίπεδα, έδωσε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Ζαν Κλοντ Τρισέ, δίνοντας βαθιά ανάσα στους δανειολήπτες. Το euribor τριμήνου συνέχισε την εβδομάδα που πέρασε την καθοδική του πορεία και μετά τις μαζικές ενέσεις ρευστότητας που πραγματοποίησε η ΕΚΤ, υποχώρησε σε νέο ιστορικό χαμηλό, στο 0,803%. Η αποκλιμάκωση των βασικών ευρωπαϊκών επιτοκίων, ανοίγει εκ νέου τον δρόμο και στις εμπορικές τράπεζες για νέες μειώσεις στα επιτόκια χορηγήσεων και νέες κινήσεις αναμένονται ήδη από την επόμενη εβδομάδα.

Παρά την πτώση των επιτοκίων αναφοράς σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, το πραγματικό κόστος χρήματος, αυτό δηλαδή που πληρώνουν οι δανειολήπτες, δεν αναδεικνύει μόνο κερδισμένους, αλλά και χαμένους. Η διατήρηση του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ στο 1% και η πτώση του euribor, συνοδεύεται με άνοδο των spreads και κυρίως με τη δυστοκία από την πλευρά των τραπεζών για χρηματοδότηση τόσο των νοικοκυριών όσο και των επιχειρήσεων.

Η σύγκριση άλλωστε των ελληνικών επιτοκίων με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά, επιβεβαιώνει ότι η ψαλίδα μεγαλώνει, ενώ η πραγματική εικόνα για το κόστος χρήματος που πληρώνουν οι επιχειρήσεις, πιστοποιεί ότι είναι πολύ υψηλότερο από αυτό που καταγράφουν τα επίσημα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος. Ετσι ενώ το επιτόκιο για δάνεια έως 1 εκατ. ευρώ εμφανίζεται να έχει μειωθεί στο 4,33%, αρκετά υψηλότερο από το 3,57% της Ευρωζώνης, η τελική διαφορά είναι πολύ μεγαλύτερη. Είναι χαρακτηριστικό ότι καμία μικρομεσαία επιχείρηση δεν μπορεί να δανειστεί σήμερα με επιτόκιο χαμηλότερο από το 9% -πλην αυτών που δανείζονται μέσω ΤΕΜΠΜΕ- και η εμφανιζόμενη αποκλιμάκωση, που καταγράφουν τα στοιχεία της ΤτΕ, δεν είναι παρά αποτέλεσμα του ενιαίου υπολογισμού του κόστους όλων των δανείων, έως 1 εκατ. ευρώ. Αν και η πρακτική αυτή εξυπηρετεί τη σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης με βάση τους κανόνες που θέτει η ΕΚΤ, δεν παύει να δημιουργεί άλλο ένα ακόμη ελληνικό παράδοξο, στον βαθμό που οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της Ευρωζώνης, είναι ουσιαστικά οι μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις.

Στον αντίποδα, μεγάλοι ωφελημένοι της πολιτικής των χαμηλών επιτοκίων είναι οι δανειολήπτες στεγαστικών δανείων.

Οι τράπεζες επιμένουν ότι η αγορά στεγαστικής πίστης από πλευράς τιμολόγησης βρίσκεται πλέον στο επίπεδο που είχε βρεθεί πριν από την κρίση, καθώς τα βασικά επιτόκια για νέα δάνεια κυμαίνονται κοντά στο επίπεδο του 3% έως 4%. Η εκτίναξη των spreads, που κυριάρχησε όλη την περίοδο της κρίσης, είχε περιορισμένη διάρκεια ορισμένων μηνών, καθώς μετά τις συντονισμένες κινήσεις των κυβερνήσεων και της ΕΚΤ για την παροχή ρευστότητας στο σύστημα, το μέσο επίπεδο του περιθωρίου που εισπράττουν οι τράπεζες, έχει υποχωρήσει εκ νέου στο εύρος 1,5 έως 2,5 μονάδων. Αν και υψηλότερο σε σχέση με αυτό που ίσχυε προ της κρίσης, όταν τα spreads είχαν υποχωρήσει ακόμη και στη 1 μονάδα, το επίπεδο των spreads αντισταθμίζεται από τη μείωση του βασικού επιτοκίου με το οποίο δανείζουν οι τράπεζες, δηλαδή το euribor, οδηγώντας το τελικό επιτόκιο για τον δανειολήπτη κοντά στο 3,5%. Η πορεία αποκλιμάκωσης των σταθερών επιτοκίων, που αποτελούσαν μέχρι πρόσφατα την πιο παραγνωρισμένη κατηγορία επιτοκίων για τις προτιμήσεις των Ελλήνων, ακολουθεί την ευνοϊκή πορεία των μακροπρόθεσμων επιτοκίων στις αγορές, που φέρνουν το euribor 1 έτους κοντά στο 1,30%, το euribor 3 ετών στο 2,40%, των 5 ετών στο 2,90% και των 10 ετών στο 3,60%.

Τα επιτόκια για τα καταναλωτικά δάνεια, αποκλιμακώνονται… βραδέως, καθώς ο μέσος όρος τους -μαζί με τις επιβαρύνσεις- διαμορφώθηκε στο τέλος Ιουλίου στο 11,40% έναντι 8,03% στην Ευρωζώνη. Το επιχείρημα που προβάλλουν οι τράπεζες είναι οι υψηλές επισφάλειες, αφού σύμφωνα με την ίδια επιχειρηματολογία, οι δανειολήπτες, χωρίζονται ουσιαστικά σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Αυτούς που έχουν συσσωρεύει μεγάλα χρέη και επιχειρούν να ανατροφοδοτήσουν τις οφειλές τους με ένα νέο δάνειο και εκείνους που κρατούν στάση αναμονής, περιμένοντας να ξεκαθαρίσει η κατάσταση στην οικονομία και αναστέλλουν τις καταναλωτικές δαπάνες για την περίοδο της ανάκαμψης.