ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στις τελευταίες θέσεις οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη

Κρίσιμο εργαλείο γνήσιας οικονομικής προόδου, η έρευνα και ανάπτυξη νέων προϊόντων και υπηρεσιών παραμένει στην Ελλάδα είδος πολυτελείας εν ανεπαρκεία, φέρνοντας τη χώρα στις τελευταίες θέσεις της Ενωσης στις αναγκαίες επενδύσεις τόσο από τον ιδιωτικό όσο και από τον δημόσιο τομέα, σύμφωνα με έρευνα που δημοσίευσε χθες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Με βάση τα στοιχεία του 2007, που είναι τα τελευταία διαθέσιμα, η χώρα αφιερώνει λίγο περισσότερο από μισή μονάδα του ΑΕΠ της, 0,57%, ή περίπου 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ για την έρευνα και ανάπτυξη νέων προϊόντων και υπηρεσιών. Το ποσοστό αυτό κινείται λίγο πιο κάτω από το ένα τρίτο του κοινοτικού μέσου όρου (1,85%) και στο ένα έκτο του στόχου του 3% του ΑΕΠ, που όλες οι χώρες συνομολόγησαν το 2000 στο πλαίσιο της λεγόμενης στρατηγικής της Λισσαβώνας για την ανάπτυξη.

Συνολικά, στην πανευρωπαϊκή κλίμακα, η Ελλάδα μοιράζεται με την Πολωνία την πέμπτη θέση από το τέλος καταλαμβάνοντας, το 2007, την τελευταία θέση της Ζώνης του Ευρώ, με πρώτη τη Γερμανία στο 2,54% και πανευρωπαϊκά τη Σουηδία στο 3,6%.

Κατατάσσεται έτσι η χώρα στην πέμπτη και τελευταία ομάδα ευρωπαϊκών χωρών στις ερευνητικές επιδόσεις της, μαζί με χώρες, όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία ή τα κράτη της Βαλτικής, ενώ εμφανίζει και την ιδιαιτερότητα, μοναδική μεταξύ των χωρών που δεν ανήκαν στο λεγόμενο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, να έχει πολύ μικρή οικονομική συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην έρευνα.

Ομως, μεταξύ πολλών άλλων, η έρευνα είναι ιδιαίτερα σημαντική για την απασχόληση, ιδίως το μονίμως προβληματικό ζήτημα της παραγωγικής απασχόλησης πτυχιούχων. Ετσι, στην Ελλάδα η απασχόληση στον τομέα κινείται στο 1,4% της συνολικής απασχόλησης, περίπου 35 χιλιάδες άτομα το 2007, ενώ ως καθαροί «ερευνητές» είναι καταγεγραμμένο το 0,8% των απασχολούμενων, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 0,9%.

Είναι ένα ποσοστό που επίσης κινείται κάτω του κοινοτικού μέσου όρου (1,6%) χωρίς να είναι από τα χαμηλότερα στην Ενωση. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί πάντως μια ελαφρά αντίφαση, καθώς αν ο αριθμός των ερευνητών είναι σε σχεδόν «ευρωπαϊκό» επίπεδο τα κονδύλια που έχουν στη διάθεσή τους είναι δραματικά μικρότερα από εκείνα των συναδέλφων τους στις περισσότερες χώρες και δεν αποτελεί μυστικό ότι έρευνα χωρίς κονδύλια δεν αποδίδει και πολλά. Μάλιστα, η Ελλάδα αποτελεί με την Κύπρο και τη Λιθουανία τις τρεις χώρες που εμφανίζουν, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, την «ιδιαιτερότητα» ο κύριος όγκος των ερευνητών τους να μην εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα αλλά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (τα δύο τρίτα στην περίπτωση της Ελλάδας), συνδυάζοντας εκ των πραγμάτων το έργο του ερευνητή με την προτεραιότητα του εκπαιδευτικού. Συναφώς, η Ελλάδα καταλαμβάνει την πρώτη θέση πανευρωπαϊκά σε φοιτητές φυσικομαθηματικής και πληροφορικής και από τα υψηλότερα σε μηχανικούς – μηχανολόγους και τη δεύτερη θέση, μετά τη Φινλανδία, σε εγγεγραμμένους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνολικά. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει μετά την αποφοίτησή τους.