ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αμεση μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού ή υποβάθμιση

Εντείνονται οι πιέσεις προς την Ελλάδα και τη νέα κυβέρνηση να προχωρήσει στη λήψη διαρθρωτικών και σκληρών μέτρων, ώστε να ανακάμψει η οικονομία για να μην υπάρξουν ακόμα πιο επώδυνες συνέπειες, από όσες έχει βιώσει η Ελλάδα από την έναρξη της κρίσης έως σήμερα.

Μια μέρα μετά τις δηλώσεις του αρμόδιου κοινοτικού επιτρόπου κ. Χοακίν Αλμούνια, ότι η Κομισιόν εξετάζει την Ελλάδα ως κράτος και όχι ως κυβέρνηση και ότι θα πρέπει να ληφθούν τα μέτρα αυτά που δεν έχουν υλοποιηθεί μέχρι σήμερα και θα μειώσουν μόνιμα το έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ, ο επικεφαλής της Standard & Poor’s για την Ελλάδα κ. Μάρκο Μρσνικ έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την ελληνική οικονομία, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο υποβάθμισής της, κάτι που θα έχει άμεση επίπτωση στο κόστος δανεισμού.

Ο κ. Μρσνικ εξειδίκευσε τα μέτρα και προειδοποίησε ότι σε περίπτωση που η νέα κυβέρνηση δεν προχωρήσει σε μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, τότε η S&P θα υποβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας. Αν και επισήμανε την έλλειψη πειθαρχίας στον τομέα των πρωτογενών δαπανών που επιδεινώνει το έλλειμμα και την ανταγωνιστικότητα της χώρας, ο ίδιος δήλωσε ότι είναι οι πιο μακροπρόθεσμες προκλήσεις που θα καθορίσουν τη μελλοντική πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας. Δηλαδή οι επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού στον προϋπολογισμό, καθώς αναμένεται ότι θα αυξηθούν οι δαπάνες για την ασφαλιστική κάλυψη και την υγειονομική περίθαλψη.

Ο έλεγχος αυτών των δαπανών θεωρείται από τον διεθνή οίκο το κλειδί για την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας, και άρα για το κόστος (αν όχι και την ευκολία) με την οποία η χώρα θα δανείζεται από τις διεθνείς αγορές για την αναχρηματοδότηση του δημοσίου χρέους. Οπως υποστήριξε χθες ο κ. Μρσνικ σε δηλώσεις του στο Reuters, «περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, η S&P θα εστιάσει στη στρατηγική αντιμετώπισης αυτών των προκλήσεων από όποια κυβέρνηση και αν εκλεγεί».

Τα μηνύματα που έρχονται τόσο από τις αγορές, όσο και από την Κομισιόν, δείχνουν ότι αν δεν εφαρμοστεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων, τότε το 2010 θα είναι ακόμα πιο δύσκολο από φέτος, με δεδομένο μάλιστα ότι θα πρέπει να εκτελεστεί ένα δανειακό πρόγραμμα της τάξης των 40-50 δισ. ευρώ τουλάχιστον.

Φέτος, το Δημόσιο κλήθηκε να δανειστεί με υπερβολικά υψηλό κόστος για χώρα που ανήκει στην Ευρωζώνη. Η διαφορά απόδοσης (spread) των 10ετών ελληνικών ομολόγων με τα αντίστοιχα γερμανικά, έφτασε στα μέσα Μαρτίου ακόμα και στις 314 μονάδες βάσης, ενώ το επιτόκιο ανήλθε έως και το 6,13% για τους 10ετείς τίλους.

Το ανησυχητικό όμως είναι ότι υπάρχουν σαφείς ενδείξεις, πως το Δημόσιο θα χρειαστεί να δανειστεί εκ νέου από τον Οκτώβριο και μετά, για να καλύψει τις «τρύπες» του προϋπολογισμού, καθώς το έλλειμμα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί πιθανόν σε επίπεδα υψηλότερα και του 7% του ΑΕΠ. Ετσι, δεν αποκλείεται, το Δημόσιο να αντλήσει φέτος κεφάλαια που θα ξεπεράσουν τα 60 δισ. ευρώ.

Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η κατάσταση μπορεί στους επόμενους μήνες να εξελιχθεί πολύ χειρότερα. Μάλιστα, υποστηρίζουν ότι μόλις γίνει αντιληπτό το μέγεθος του εκτροχιασμού του προϋπολογισμού, τότε θα υπάρξει αντίδραση με άμεση επίπτωση στον προϋπολογισμό, την αύξηση του κόστους δανεισμού και τη διεύρυνση των spreads.

Επίσης, όταν υπάρξουν οι πρώτες ενδείξεις για σταθεροποίηση στην παγκόσμια οικονομία, αναμένεται ότι τα επιτόκια των μακροπρόθεσμων τίτλων θα αυξηθούν, κάτι το οποίο σε συνδυασμό με την εκτιμώμενη αύξηση των spreads, μπορούν να οδηγήσουν το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου σε επίπεδα υψηλότερα του 7%.

Σύμφωνα με τον κ. Μρσνικ «αν υπάρξουν διαρθρωτικές βελτιώσεις που μπορεί να μειώσουν το χρέος και μέτρα για τον έλεγχο των σχετιζόμενων με τη γήρανση δαπανών, θα μπορούσαμε να αυξήσουμε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας». Ωστόσο, οι εξελίξεις στο χρέος της γενικής κυβέρνησης είναι απογοητευτικές. Ολες οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι θα ξεπεράσει φέτος το 100% του ΑΕΠ και θα συνεχίσει να αυξάνεται και το 2010, όταν η πρόβλεψη των ελληνικών αρχών ήταν για χρέος της τάξης του 99,6% του ΑΕΠ για το 2009 (251 δισ. ευρώ). Μάλιστα, το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης στο πρώτο τρίμηνο του 2009 ξεπέρασε τα 282 δισ. ευρώ.

Πάντως, ο επικεφαλής της S&P ανέφερε ότι μία συνεχιζόμενη επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών θα μπορούσε να ασκήσει καθοδικές πιέσεις στην πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, που ήδη αποτιμάται στο Α-, στα χαμηλότερα επίπεδα μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης.

Ερωτώμενος για τις προκλήσεις της νέας κυβέρνησης που θα προκύψει μετά τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, ο αναλυτής της S&P απάντησε ότι «η βελτίωση των δημοσίων οικονομικών αποτελεί σοβαρή πρόκληση, καθώς η αδύναμη πειθαρχία στον τομέα των πρωτογενών δαπανών επιδεινώνει την κατάσταση του ελλείμματος».

Μία άλλη πρόκληση που εντοπίζει σχετίζεται με τη βελτίωση της ελληνικής ανταγωνιστικότητας, που όπως εκτιμά υποχωρεί λόγω του επίμονα υψηλότερου πληθωρισμού στη χώρα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη και αντίστοιχα με το αποκλίνον εργατικό κόστος ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος.