ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η κρίση ως έναυσμα για δικαιότερο φορολογικό σύστημα

Οι προσεχείς εκλογές είναι πολύ σημαντικές για τη χώρα – αυτό ακούμε για κάθε εκλογική αναμέτρηση. Αυτό που δεν ακούμε συνήθως, αλλά ίσως ισχύει τώρα, είναι πως είναι σημαντικές για όσες χώρες βρίσκονται στη δίνη της κρίσης και αντιμετωπίζουν παρόμοια διλήμματα σταθεροποίησης και ανάπτυξης, καθώς οι κλασικές συνταγές των τελευταίων 30 χρόνων αντιμετωπίζονται με σκεπτική -αν όχι σκωπτική – διάθεση.

Πολλές χώρες θα δουν με συμπάθεια και προσοχή προτάσεις για πολιτικές ανακατανομής, παντρεμένες με μοντέλα ανάπτυξης φιλικά προς το περιβάλλον, τώρα που έδειξαν τις παθογένειές τους τα πιο κεφαλαιοκεντρικά μοντέλα στα οποία η έμφαση ήταν στην ελευθερία του κεφαλαίου να κινηθεί για να μεγαλώσει η «πίτα» πρωτίστως, ανεξάρτητα από την ετεροβαρή κατανομή των κομματιών. Η αντίδραση σε αυτά τα μοντέλα γιγαντώνεται όταν η κρίση πυροδοτείται από τους πλέον ευνοημένους από το κυρίαρχο μοντέλο χρηματοοικονομικούς τομείς, των οποίων η καλπάζουσα ευμάρεια τα τελευταία χρόνια κάνει συγκριτικά μικροσκοπική την όποια βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο των μαζών. Και σε μια τηλεοπτική κοινωνία η απόλαυση ενός αγαθού είναι σχετική – εξαρτάται από το τι απολαμβάνουν οι υπόλοιποι.

Το «κλειδί» στην κατανόηση και αντιμετώπιση των δυσχερειών εφαρμογής ανακατανεμητικών φορολογικών πολιτικών (ένα είδος σεισάχθειας του 21ου αιώνα) είναι η «ευκινησία» του κεφαλαίου, μια και τα εισοδήματα των λιγότερο ευκατάστατων συμπολιτών μας προέρχονται από εργασία και πολύ λιγότερο από κεφάλαιο, ενώ το αντίστροφο ισχύει για τους πιο ευκατάστατους. Οι τελευταίοι συχνά αποφεύγουν υψηλότερους φόρους μετακινώντας κεφάλαιο σε αναζήτηση πιο φιλικών φορολογικών καθεστώτων.

Οι προσπάθειες για ανακατανομή των φορολογικών βαρών υπέρ των οικονομικά ασθενεστέρων και εις βάρος των ισχυροτέρων προσκρούουν τα τελευταία 20-30 χρόνια διεθνώς σε αυτήν την ευκινησία, η οποία έχει αυξηθεί σε αυτό το διάστημα χάρη σε τεχνολογικές καινοτομίες, αλλά και σε κανονιστικές / νομοθετικές πρωτοβουλίες, βασισμένες σε μια σειρά παραδοχών και οικονομικών μοντέλων που κυριάρχησαν τα τελευταία 30 χρόνια – και για τα οποία η τρέχουσα κρίση είναι αγγελτήριο συνταξιοδότησης.

Με αυτά τα δεδομένα, η φορολόγηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας (ΦΜΑΠ) -της πλέον δυσκίνητης μορφής κεφαλαίου- αποτελεί κομβικό σημείο για οποιαδήποτε προσπάθεια ανακατανομής φορολογικών βαρών, κλείνοντας την ψαλίδα στο τελικό διαθέσιμο εισόδημα και επιτρέποντας κινήσεις και πολιτικές προς πιο αλληλέγγυες κοινωνίες.

Η πρώτη απρόσμενη παρατήρηση είναι ότι η ύπαρξη του ΕΤΑΚ διευκολύνει την επιτυχία μελλοντικού ΦΜΑΠ, καθιστώντας πιο δύσκολη την αποφυγή του ΦΜΑΠ – π. χ. με τη μέθοδο της κατάτμησης σε μικρότερα οικόπεδα. Η δεύτερη παρατήρηση, με διεθνή εφαρμογή, αφορά την κρίση και τον τρόπο που βιώνεται, αλλά και μπολιάζει τον τρόπο σκέψης όλων σε χώρες όπως η Ελλάδα. Η αίσθηση ότι η κρίση φέρνει τη χώρα αντιμέτωπη με έναν ανησυχητικά αποκαλυπτικό καθρέφτη μπορεί να κάνει όλους, ακόμη και τους έχοντες και κατέχοντες, πιο πρόθυμους να ακούσουν επιχειρήματα υπέρ ανακατανομής φορολογικών βαρών. Προϋπόθεση γι’ αυτό βέβαια είναι ότι μπορεί το κεφάλαιο να μην έχει πατρίδα, αλλά οι κεφαλαιούχοι έχουν και ότι οι οικονομικές περιπέτειες για τη χώρα θα δημιουργήσουν προβλήματα και σε αυτούς. Με άλλα λόγια, η κοινωνική περιχαράκωση και διάζευξή τους από την υπόλοιπη κοινωνία δεν έχει χαλυβδωθεί.

Τέλος, η διεθνής διάσταση των εκλογών σχετίζεται με την έμφαση όχι μόνο στην ικανότητα διαχείρισης στον άξονα που εμπνέεται από το μοντέλο που δοκιμάζεται στην τρέχουσα κρίση, αλλά και με την προώθηση νέων αξόνων και μοντέλων, στην Ελλάδα και αλλού. Στο κέντρο των νέων αξόνων είναι η καθέλκυση εναλλακτικού προτάγματος όχι μόνο προς μια ελκυστικότερη κοινωνία (πιο δίκαιη, βιώσιμη, αειφόρο κ. λπ.) αλλά και -υπό το φως της κρίσης- μια αποτελεσματικότερη οικονομία, ακόμη και με στενά οικονομικά κριτήρια κόστους – οφέλους.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα μπορεί να βρεθεί απρόσμενα στην πρώτη γραμμή των πολιτικών εξελίξεων, αντί για τη συνήθη θέση της ουραγού.

* Αντιπρύτανης Ερευνας στο Salzburg Global Seminar και chief economist της Διεύθυνσης Τεχνολογικών Προοπτικών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το άρθρο εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις.