ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Με δεκανίκια η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας τη 10ετία

Σαφής επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας καταγράφεται την τελευταία δεκαετία, ως αποτέλεσμα της μη υλοποίησης των απαραίτητων διαρθρωτικών αλλαγών που θα μπορούσαν να ανακόψουν την πτωτική πορεία, ειδικά την εποχή που ο ρυθμός ανάπτυξης «έτρεχε» με υψηλούς ρυθμούς, δηλαδή από το 2000 έως και τα τέλη του περυσινού έτους.

Εξαγωγές – εισαγωγές

Η έλλειψη των παρεμβάσεων αυτών αναδείχθηκε φέτος και επισημαίνεται από όλους τους διεθνείς οργανισμούς. Η οικονομική κρίση διεθνώς συμπαρέσυρε έστω και καθυστερημένα την ελληνική οικονομία, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν οι διαρθρωτικές της αδυναμίες και να πρέπει τώρα -εν μέσω κρίσης- να ληφθούν τα μέτρα που θα τονώσουν την αγορά, την ανάπτυξη, αλλά και το εξωτερικό εμπόριο της Ελλάδας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2008 σε σχέση με το 2000, η αξία των εισαγωγών αυξήθηκε κατά 46% και διαμορφώθηκε στα 52,9 δισεκατομμύρια ευρώ από 36,2 δισεκατομμύρια ευρώ. Την ίδια ώρα, η αξία των εξαγωγών της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 35% το 2008 σε σύγκριση με το 2000 και ανήλθε στα 17,1 δισεκατομμύρια ευρώ από 12,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Ετσι, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, από 23,5 δισεκατομμύρια ευρώ που ήταν το 2000, έφτασε στα 35,7 δισεκατομμύρια ευρώ το 2008, καταγράφοντας άνοδο της τάξης του 52%.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η αξία των εξαγωγών ήταν (το 2000) και παρέμεινε (το 2008) περίπου στο ένα τρίτο της αξίας των εισαγωγών. Δηλαδή, για κάθε ένα ευρώ που εξάγεται από την Ελλάδα, εισάγονται τρία από το εξωτερικό. Η ελληνική οικονομία την τελευταία δεκαετία δεν κατάφερε να γίνει περισσότερο ανταγωνιστική από ό, τι ήταν, κάτι το οποίο το πληρώνει ακριβά, καθώς οι διεθνείς επενδυτές πριν δανείσουν μια οικονομία εξετάζουν διεξοδικά τόσο την παρούσα κατάστασή της όσο και τη διαχρονική εξέλιξή της.

Επιδείνωση

Η εικόνα αυτή δυστυχώς δεν αλλάζει ούτε φέτος. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2009, η αξία των εισαγωγών έχει ανέλθει στα 22,9 δισεκατομμύρια ευρώ, των εξαγωγών στα 8,3 δισεκατομμύρια ευρώ και το εμπορικό έλλειμμα διαμορφώθηκε στα 14,6 δισεκατομμύρια ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά, στα τέλος του έτους θα υπάρχει μια μικρή μείωση του ελλείμματος, των εισαγωγών και των εξαγωγών σε σχέση με πέρυσι, που ουσιαστικά οφείλεται στη σημαντική πτώση των τιμών του πετρελαίου το 2009 έναντι του 2008. Η διατήρηση της αναλογίας των εξαγωγών με τις εισαγωγές, σε συνδυασμό με την επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών και την απαξίωση των κοινωνικοπολιτικών θεσμών, έχουν οδηγήσει στην απώλεια 38 θέσεων στην κατάταξη των χωρών με βάση το βαθμό ανταγωνιστικότητάς τους.

Σύμφωνα με τις ετήσιες εκθέσεις για την ανταγωνιστικότητα του World Economic Forum, η ελληνική οικονομία το 2009 βρέθηκε στην 71η θέση του σχετικού πίνακα (σε σύνολο 133 χωρών), όταν το 2000 ήταν στην 33η θέση και το 2004 στην 38η θέση. Μάλιστα, στη φετινή έκθεση, εκτός από την επιδείνωση όσον αφορά τα δημοσιονομικά μεγέθη (έλλειμμα και χρέος), η Ελλάδα βρισκόταν στις τελευταίες θέσεις της λίστας, υπήρχε σημαντική υποχώρηση και σε ό, τι αφορά τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και της Δικαιοσύνης (σκάνδαλα Siemens και Βατοπεδίου), της αστυνομίας, της παιδείας, των έργων υποδομής, αλλά και σε ό, τι έχει να κάνει με την καινοτομία και την έρευνα και ανάπτυξη.

Λήψη μέτρων

Ενδεικτικό της απραξίας ή της μη επιτυχημένης δράσης των κυβερνήσεων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, είναι το γεγονός ότι η Κομισιόν και όλοι οι διεθνείς οργανισμοί, σε όλες τις εκθέσεις τους τα τελευταία χρόνια για την Ελλάδα συστήνουν τη λήψη διαρθρωτικών μέτρων που θα καταστήσουν την ελληνική οικονομία περισσότερο ανταγωνιστική. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν διαπιστώσει καμία ουσιαστική βελτίωση με την πάροδο των χρόνων.

Μάλιστα, οι απόψεις όλων των παραπάνω συγκλίνουν στο ότι στην Ελλάδα υπάρχουν υψηλό διοικητικό κόστος, μεγάλα περιθώρια κέρδους των εργοδοτών και υψηλό κόστος εργασίας. Προτείνουν, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση της διαφάνειας των θεσμών και της δημόσιας διοίκησης, τον περιορισμό των δημόσιων οργανισμών, τη μείωση του προσωπικού και των πολιτικών διορισμών σε αυτούς, την περαιτέρω απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών, μέσα από τον εξορθολογισμό της νομοθεσίας και την απελευθέρωση των υπηρεσιών στο πλαίσιο της κοινοτικής οδηγίας.